Ανοικτή επιστολή στον «ταλαντούχο», μεν, αλλά αθεράπευτα «κακόψυχο» ΝΙΚΟ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ!
Τελικά, Νίκο μου, πείστηκα ότι είσαι η προσωποποίηση της κακίας. Εντελώς τυχαία, ψάχνοντας στον Ιστότοπο IMBD που, για όσους δεν το γνωρίζουν, δημοσιεύονται τα πάντα περί κινηματογράφου και τηλεοράσεως, έπεσα πάνω στην ταινία BLIND DATE, που κάναμε μαζί κάποιο φεγγάρι, και είδα ότι έχεις διαγράψει από την λίστα των συντελεστών τον τίτλο « Associate Producer Jimmy Corrinis», Νο 2 κάτω από τον Νο 1 δικός σου «Producer Nico Matorakis», όπου εμφανιζόταν όλα τα προηγούμενα χρόνια και στις διαφημίσεις! Ειλικρινά, δεν φανταζόμουν ότι το μίσος σου για μένα θα σε έκανε να πέσεις τόσο χαμηλά!!!
Αδιανόητη συμπεριφορά σε μένα που, σε όλη την διάρκεια της γνωριμίας μας (δεν την αποκαλώ φιλία) σου φέρθηκα πάντοτε με καλοσύνη. Σε φιλοξένησα στο σπίτι μου στο Λονδίνο όπου η Μαρία, η τότε μικρή κόρη μου, παραχώρησε πρόθυμα στην Ισαβέλλα, την δική σου μικρή τότε κόρη, το κρεβάτι της , ώστε να κοιμάται άνετα, ενώ εκείνη βολεύτηκε σε έναν καναπέ, και η Αλεξάνδρα σέ περιποιόταν λες κι ήσουν μέλος της οικογένειας. Και για χάρη σου, έπαιξα την καλή φήμη μου κορώνα-γράμματα, δεχόμενος να «περιθάλψω» έναν διάσημα φυγόδικο φίλο σου, που αργότερα προσποιήθηκε ότι δεν με γνώριζε!
Σού έγραψα το σενάριο για την υπόθεση της Ευγενείας Νιάρχου, αποδεχόμενος να πληρωθώ μόνο αν γινόταν ταινία, ενθουσιάστηκες κι έφυγες για το Χόλυγουντ, απ’ όπου επέστρεψες με την ουρά στα σκέλια, επειδή σε είχαν απειλήσει να μη κάνεις τέτοια ταινία, οπότε αντίο στην πληρωμή για τον κόπο μου. Κι αντί να συμμεριστείς την απώλειά μου, έγινες έξαλλος όταν σου εκμυστηρεύθηκα ότι είχα στείλει το σενάριο στην πράκτορά μου στη Νέα Υόρκη, όπως έπρεπε, κι έξαλλος έφυγες και δεν σε ξαναείδαμε για πολλά χρόνια, μέχρι την ημέρα που εμφανίστηκες πάλι στο Λονδίνο, εντελώς αλλαγμένος , λες και δεν είχε συμβεί τίποτε και μου ζήτησες να συνεργαστούμε σε μια ταινία που είχες στα σκαριά.
Δέχτηκα με μισή καρδιά επειδή μου εξομολογήθηκες ότι δεν γνώριζες κανέναν ηθοποιό στην Αγγλία και ήθελες να τους διαλέξω κι εγώ, πράγμα που έκανα. Έκανα, όμως και κάτι άλλο που δεν είχε ξαναγίνει: έπεισα στον Αρχισυντάκτη της καλλιτεχνικής εφημερίδας SCREEN INTERNATIONAL και αγαπημένο μου φίλο Peter Noble να έρθει μαζί μας στην Ελλάδα και να παρακολουθήσει όλα τα γυρίσματα ως μέλος του συνεργείου!!!
Δεν ήξερα ότι θα ζούσαμε έναν εφιάλτη, με τον σκηνοθέτη (την αφεντιά σου) να βωμολοχεί και να προσβάλλει τους πάντες, αποκαλώντας τον ταλαίπωρο Διευθυντή φωτογραφίας Ανδρέα Μπέλη, μεταξύ άλλων, «Σουηδικό γουρούνι», να απευθύνεται στον ακόμα πιο ταλαίπωρο Διευθυντή Παραγωγής και δεξί του χέρι αείμνηστο Γιώργο Ιακωβίδη λες και μιλούσε σε κάποιο χαμίνι, να μη χάνει ευκαιρία να υποβιβάσει ακόμα και μένα, ξεχνώντας ότι ήμουν ο Νο 2, που φρόντιζε για όλα, που ξενυχτούσε στο δωμάτιο-γραφείο του, προκείμενου να μιλάει με Αμερική (λόγω διαφοράς ώρας) και που κατάφερε το PLAYBOY να στείλει φωτογραφικό συνεργείο προκειμένου να φωτογραφίσει τις ωραίες κοπέλες που έπαιζαν στην ταινία.
Ωστόσο, η χειρότερη ένδειξη της κακής σου συμπεριφοράς ήταν η ξαφνική εμφάνιση στο γραφείο μου της πρωταγωνίστριάς σου Kirsty Alley, που εξελίχθηκε σε περιζήτητη ηθοποιό, κλαίγοντας για να μου εκμυστηρευθεί ότι δεν σε άντεχε άλλο κι ότι θα δυσκολευόταν πολύ να ολοκληρώσει τον ρόλο της, εξ αιτίας της συμπεριφοράς σου. Τι να έκανε; Με πατρικό ύφος, την συμβούλεψα να κάνει υπομονή, να τελειώσει την ταινία και να φύγει αμέσως για την πατρίδα της όπου δεν επρόκειτο να ξαναδεί τον Μαστοράκη. Παρούσα στο περιστατικό αυτό ήταν η16χρονη τότε Valeria Golino , που περνούσε τη μέρα της στο γραφείο μου, ύστερα από παράκληση της μητέρας της να την προσέχω επειδή ήταν πολύ ζωηρή – πέρα από σκέτος πειρασμός.
Η κακία σου χτύπησε κι εκεί. Διέδιδες παντού ότι «πηδούσα» την μικρή Βαλέρια, ενώ εκείνη έκανε κέφι τον πρωταγωνιστή Joseph Bottoms και μόλις τελείωσαν τα γυρίσματα έφυγε κρυφά μαζί του για την Κρήτη, χωρίς να ενημερώσει την δύστυχη μητέρα της. Όλα αυτά τα είχε καταλάβει ο Πίτερ Νόμπλ, που έφυγε πριν τελειώσουν τα γυρίσματα, αηδιασμένος. Όσο για μας, χωρίσαμε φιλικά, αλλά με ψεύτικα χαμόγελα.
Ήταν, όμως, μοιραίο να συναντηθούμε ξανά, Νίκο, και να υποστώ για μια ακόμα φορά την ανεξήγητη κακία σου για τον υποτιθέμενο από το 1958 «φίλο» σου και, επιτέλους. να τεθεί οριστικό και ανακουφιστικό ΤΕΛΟΣ σ΄ αυτή την απίστευτη ιστορία. Εντελώς αναπάντεχα, μου τηλεφώνησες και μου ζήτησες να σε συναντήσω στο πολυτελές ξενοδοχείο της Λεωφόρου Συγγρού, όπου κρατούσες ολόκληρο όροφο που θύμιζε τηλεοπτικό στούντιο. Με πρωτόγνωρο ενθουσιασμό, με πληροφόρησες ότι ετοιμάζεις νέο τηλεοπτικό κανάλι με τον τίτλο STAR CHANNEL και ότι θα ήθελες να βοηθήσω. Μού είχες, μάλιστα έτοιμο ένα πραγματικά θελκτικό συμβόλαιο ότι προλαμβάνομαι ως σεναριογράφος/σκηνοθέτης με μηνιαία αμοιβή 1.000.000 δραχμές!!! Η πρόταση ήταν δελεαστική, τα χρήματα πολλά κι εσύ κατενθουσιασμένος, οπότε υπέγραψα, ενώ – με βάση τα παρελθόντα γεγονότα, έπρεπε να αρνηθώ και να σηκωθώ να φύγω.
Από την άλλη μέρα κιόλας, ριχτήκαμε με τα μούτρα στη δουλειά που τόσο αγαπάω, αλλά πολύ σύντομα διαπίστωσα ότι αντί να γράφω σενάρια και να σκηνοθετώ, μάθαινα γράμματα στους αμαθείς συνεργάτες που είχες επιλέξει και δεχόμουνα μερικά μη φιλικά φαξ από σένα. Το απέδωσα στην πίεση της δουλειάς και δεν δημιούργησα θέμα. Όταν, όμως, έφτασε η βραδιά της επίσημης παρουσιάσεως του νέου καναλιού κι αντί να ανέβεις στην σκηνή του θεάτρου με τους βασικούς συνεργάτες σου, ανέβηκες, πανευτυχής, μάλιστα, με δύο «γκόμενες» που δεν είχαν προσφέρει τίποτα στη δουλειά μας.
Για πρώτη φορά στην ζωή μου πήρα τόσες ανάποδες ιδιαίτερα ακούγοντας τα σχόλια των καλεσμένων που ήσαν όλοι του χώρου μας, με ήξεραν καλά, όπως ήξεραν τι είχα κάνει και για το κανάλι. Κι έτσι, πρωί-πρωί έσπευσα στο κανάλι και έδωσα την παραίτησή μου.
Έγινε σεισμός! Ο στρατηγός, που είχε προσληφθεί ως προσωπάρχης, αρνήθηκε να την κάνει δεκτή και έσπευσε να ενημερώσει τους Βαρδινογιάννηδες και τον συνέταιρό τους Γιώργο Κουρή και όλοι μαζί συμφώνησαν ότι η παραίτηση δεν γίνεται δεκτή. Ο δε Βαρδής έκανε την απίστευτη ερώτηση: «Γιατί παραιτείται ο Θεός;» Βλέπεις, μέσα στον ενθουσιασμός σου για την πρόσληψή μου με είχες περιγράψει ως «Θεό» που ήξερε τα πάντα περί τηλεοράσεως και όχι μόνο.
Έπεσαν όλοι πάνω μου για να αποσύρω την επίσημη παραίτηση και να κάνω υπομονή επειδή δεν σε έβλεπαν να μένεις πολύ στο κανάλι, ύστερα από την διένεξη που είχε ξεσπάσει μεταξύ σας, και ότι ο μόνος που θα μπορούσε να αναλάβει την Διεύθυνση του καναλιού ήμουν εγώ. Με πίεσαν αφάνταστα κι εγώ, για να μη φανώ αγενής, απέσυρα την παραίτηση, υπό τον όρο ότι δε επρόκειτο να ξαναπατήσω το πόδι μου στο κανάλι, όσο θα βρισκόσουν εσύ εκεί.
Έτσι και έγινε. Εγκαταστάθηκα στο γραφείο του Θόδωρου, που ήταν έξω φρενών μαζί σου και από εκεί παρακολουθούσα τα πάντα και, πότε πότε επενέβαινα. Στο μεταξύ, λόγω του ότι οι σχέσεις σας χειροτέρεψαν και έφτασαν στο μη παρέκει, ένα βράδυ, ένας εκτός εαυτού Θόδωρος, μου είπε: «Πάμε!» Και χωρίς καμιά εξήγηση, με έβαλε στην τεθωρακισμένη Μερσεντές του και πήγαμε στο μικρό στούντιο του καναλιού, όπου είχε στριμωχτεί όλο το προσωπικό του σταθμού. Ανεβήκαμε σε μια μικρή εξέδρα ο Θόδωρος ανακοίνωσε ότι ο Μαστοράκης είχε αποχωρήσει από το κανάλι και ότι Γενικός Διευθυντής αναλάμβανε ο Τζίμμυ Κορίνης!
Έμεινα άναυδος από το δυνατό χειροκρότημα, τις ιαχές και τα σφυρίγματα που ακολούθησαν, σημάδι ότι δεν σε συμπαθούσε κανένας, εκτός από κάτι «Μαστορακικούς» τεχνικούς που εμφανίστηκαν αργότερα και προσπάθησαν να με εκβιάσουν, δεδομένου ότι είχαν τον έλεγχο της ροής του προγράμματος.
Πίσω στο στούντιο, όμως, όπου ο Θόδωρος και το προσωπικό περίμεναν «λόγο» από εμένα. Εγώ, σοκαρισμένος από την εξέλιξη και βλ΄΄επονταε μπροστά μου πολλά νεανικά πρόσωπα είπα μόνο τα εξής λιγοστά λόγια: «Βλέπω μπροστά μου πολλούς νέους, που αποκλείεται να ξέρουν ποιος είμαι. Όταν θα πάτε στα σπίτια σας, ρωτήστε τους πατεράδες σας και θα μάθετε!»
Αυτή λακωνική δήλωση δεν άρεσε καθόλου στον Θόδωρο, αλλά εγώ έκανα ως δεν το πρόσεξα και έσπευσα να φύγω, με δυσκολία, επειδή τα παιδιά ήθελαν να μου σφίξουν το χέρι, να με χτυπήσουν φιλικά στην πλάτη, ακόμα και να με αγκαλιάσουν!
Δεν σου το κρύβω, πέρασα μια εφιαλτική νύχτα, αναλογιζόμενος πώς θα κατάφερνα να υποδυθώ έναν ρόλο που αντιπαθούσα – την θέση του Γενικού Διευθυντού, την υψηλή «καρέκλα». Ήθελα διακαώς να ξεφύγω από μια κατάσταση που μου είχε επιβληθεί, αν και καλοπροαίρετα, αλλά αξιοπρεπώς και χωρίς τσακωμούς. Ωστόσο, προείχε η ανάγκη να συνεχίσει να εκπέμπει το κανάλι, οπότε, νωρίς την άλλη μέρα, εγκαταστάθηκα σ’ ένα τεράστιο γραφείο, με δύο γραμματείς και ρίχτηκα στη δουλειά, γράφοντας, απαντώντας σε τηλεφωνήματα. λύνοντας μικροπροβλήματα του σταθμού και βλέποντας παραγωγούς και ηθοποιούς που ζητούσαν συνεργασία – όλα αυτά ακούραστα, ταχύτατα και ευγενέστατα..
Η είδηση για τον τρόπο που δούλευα απλώθηκε και, μια μέρα, ο Θόδωρος τοποθέτησε στην πόρτα του γραφείου μου μια πινακίδα που έγραφε ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ. Εγώ, που είχα ενημερωθεί από τον πολύ προστατευτικό στρατηγό-προσωπάρχη ότι εξυφαινόταν σχέδιο να αναλάβει το κανάλι ο νεαρός Δημοσθένης, ανεψιός των Βαρδινογιάννηδων, κι εγώ να υποβιβαστώ σε Διευθυντή Προγράμματος, χάρηκα επειδή το είδα σαν ευκαιρία να γλιτώσω από αυτήν την εφιαλτική περιπέτεια.
Η πρώτη μου ενέργεια ήταν να κατεβάσω την πινακίδα ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ από την πόρτα μου και να αναρτήσω μια αυτοσχέδια που έγραφε ΤΖΙΜΜΥ ΚΟΡΙΝΗΣ. Οι «σπιούνοι» του Θόθωρου ενημέρωσαν το αφεντικό τους και λίγο αργότερα κατέφθασε συνοφρυωμένος και με ρώτησα γιατί είχα αλλάξει την πινακίδα .Αποφασισμένος, πλέον, να πάω την κόντρα μέχρι τέλους, του απάντησα όσο πιο ευγενικά μπορούσα: «Προς το παρόν, είμαι ο Τζίμμυ Κορίνης. Όταν γίνω Γενικός Διευθυντής τότε θα βάλουμε πάλι την δική σου πινακίδα στην πόρτα μου.»
Δεν του άρεσε η απάντησή μου, αλλά για μένα ήταν σωτήρια, επειδή κατέδειξε την κόντρα. Κι όταν μια μέρα κατέφθασε στο κανάλι, συνοδευόμενος από τα «γιουσουφάκια» του ο θρασύτατος και αλαζών Πέτρος Κωστόπουλος και, αγνοώντας με εντελώς, ζήτησε από τον Θόδωρο να αναλάβει εκείνος την δική σου νυχτερινή εκπομπή, και το κανάλι, υποσχόμενος λαγούς με πετραχήλια και ο Θόδωρος, αγνοώντας με κι αυτός, αποδέχτηκε την πρόταση, ίσα που δεν άφησα κραυγή θριάμβου! Αμέσως μετά την συζήτηση, υπέβαλα νέα παραίτηση με δικαιολογητικό «πρόβλημα υγείας» και, πριν προλάβουν να αντιδράσουν έφυγα από το κανάλι, μάζεψα την μικρή αποσκευή μου και έσπευσα στο αεροδρόμιο όπου, για καλή μου τύχη, η πτήση για Λονδίνο δεν είχε φύγει ακόμα!
Οχυρωμένος στο κάστρο μου, λίγες ώρες αργότερα, δεν σήκωνα το τηλέφωνο που χτυπούσε ασταμάτητα τρεις ολόκληρες μέρες και μόνο όταν έπαψε, άρχισα να απολαμβάνω την ησυχία μου και, γιατί όχι, την ελευθερία μου.
Έτσι έγιναν τα πράγματα, Νικολάκη, αντίθετα με ότι φανταζόσουν εσύ, με αποτέλεσμα να ξεπέσεις τόσο χαμηλά ώστε να διαγράψεις το όνομά μου από την λίστα των συντελεστών της ταινίας «μας» για να με εκδικηθείς! Ελπίζω να νοιώθεις ικανοποιημένος, όσο εγώ που μου έδωσες την ευκαιρία να αποκαλύψω πόσο κομπλεξικός και κακόψυχος είσαι. Ακόμα κι ύστερα από τόσα χρόνια, «Ουκ εά σε καθεύδειν η ανωτερότης του υπογράφοντος την παρούσα ανοικτή επιστολή!» παρά το ότι γέρασες, όπως εγώ. Κρίμα, που το τεράστιο ΕΓΩ σου, δεν σου επέτρεψε να αποδεχτείς ότι αν συνδυάζαμε την αναμφισβήτητη ικανότητά σου να πείθεις με το δικό μου ταλέντο να γράφω και να σκηνοθετώ, θα είχαμε κατακτήσει το Χόλυγουντ!

