Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010
Η οικονομική κατάσταση της χώρας
Μνημόνιο: Το μνήμα της κομματοκρατίας
Ἀναρτήθηκε στὶς 25 Νοεμβρίου 2010 ἀπὸ τὸν/τὴν filologos10
Γράφει ο Όθων Ιακωβίδης
Έχουν περάσει έξι μήνες από την υπογραφή του επαίσχυντου «Μνημονίου», που σφράγισε και «κλείδωσε» την παράδοση της εθνικής Ανεξαρτησίας μας, στον πιο ζωτικό εθνικό χώρο, αυτόν της Οικονομίας μας.
Όμως, «ουδέν κακόν αμιγές καλού».
Έτσι, προς επιβεβαίωση, για ακόμη μία φορά, της σοφής αυτής ρήσης, αυτή η οδυνηρή και εξευτελιστική απώλεια της εθνικής Ανεξαρτησίας μας, (η κατάκτηση της οποίας είναι πληρωμένη με εκατόμβες Ελληνικών κορμιών και ποτάμια αίματος ) ήδη δρα προς τη θετική της πλευρά. Άρχισε να υφαίνεται η κατεδάφιση και το ξήλωμα του πλέγματος των αιτίων αυτής της τραγικής και εξευτελιστικής εθνικής απώλειας.
Αυτό, γίνεται με την αποκάλυψη της σύνθεσης αυτού του πλέγματος, σε όσους πολίτες δεν έχουν, ακόμη, αντιληφθεί ότι η κύρια αιτία της πτώχευσης είναι η «κομματοκρατία» και η πατρωνία τής κατεστημένης πολιτικής ηγεσίας, από οικονομικά συμφέροντα, εγχώρια και διεθνή.
Η αποκάλυψη αυτή, γίνεται με μία σειρά επί μέρους αποκαλύψεων, όπως:
* Η αποκάλυψη του ψεύδους που εξέπεμπαν επί σειρά ετών τα δύο «κόμματα εξουσίας» που έχαιραν για την επίτευξη μίας Υγιούς Οικονομίας, την ίδια ώρα που στη χώρα κυριαρχούσε η αποβιομηχανοποίηση, η συρίκνωση του Αγροτικού τομέα, το θέριεμα του Δημοσιοϋπαλληλισμού, ο άκρατος και δανειοτροφούμενος καταναλωτισμός (με την παράλληλη ανάπτυξη της Τραπεζικής επέκτασης), η πλήρης αδιαφορία για έρευνα και τεχνολογία, το ξερίζωμα κάθε ίχνους κινήτρου επιχειρηματικότητας, ο οικονομικός εφησυχασμός, κλπ.
* Η αποκάλυψη του κομματικού ψεύδους της ύπαρξης ιδεολογικών στοχεύσεων (Σοσιαλισμός, πατριωτισμός) με τον παταγώδη παραμερισμό τους από τον χυδαίο «κυβερνητισμό» (δηλαδή την επιδίωξη διαχείρισης του εθνικού πλούτου, υπάρχοντος και μέλλοντος) που αποκαλύφθηκε ότι, όλα αυτά τα χρόνια, αποτελούσε τον μοναδικό πολιτικό στόχο των κομμάτων.
* Η αποκάλυψη του κομματικού ψεύδους της ύπαρξης διαφορών στην οικονομική πολιτική διαχείρισης των κοινών. Μία αποκάλυψη που έγινε με την άσκηση πανομοιότυπης πρακτικής και ρητορικής κατά την εναλλαγή των δύο «κομμάτων εξουσίας» στην κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τα τελευταία 30 χρόνια. (Ότι έλεγε ο ένας σαν κυβέρνηση και το απέρριπτε ο άλλος σαν αντιπολίτευση, το έλεγε ο άλλος σαν κυβέρνηση και το απέρριπτε ο ένας σαν αντιπολίτευση).
* Η τελευταία αποκάλυψη, που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει ολοκληρωθεί, είναι το ψέμα ότι η παρούσα κρίση είναι κάτι που σύντομα θα περάσει με τα μέτρα που παίρνονται.
Το καθεστώς πολιτικό σύστημα, είναι βουτηγμένο στο ψέμα, διότι δεν έχει άλλο δρόμο σωτηρίας, έξω από τη συνέχιση του ψέματος.
Ο λαός ξέρει ότι αν αρχίσεις με ένα ψέμα, που δεν θέλεις να το αποκαλύψεις, είσαι υποχρεωμένος να λες συνέχεια ψέματα για να δικαιολογήσεις πράγματα που έχουν σχέση με το πρώτο σου ψέμα.
Έτσι, το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος πολιτικού συστήματος, είναι υποχρεωμένο να ψεύδεται συνεχώς, αφού δεν μπορεί να αποκαλύψει το αρχικό του (και θεμελιώδες) ψέμα. Ότι, δηλαδή, σύσσωμο το καθεστώς πολιτικό σύστημα είναι ο μόνος υπαίτιος της πτώχευσης, με τη νοοτροπία και πρακτική της «κομματοκρατίας» που ανέπτυξε όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Και δικαιολογημένα (από τη δική του οπτική) δεν μπορεί να το κάνει, διότι το αποτέλεσμα θα είναι ολέθριο γι’ αυτόν. «Σφάξτε τους όλους μετά τα Χριστούγεννα!», «Είπατε ψέματα, μας εξαπατήσατε, φύγετε τώρα για χάρη της Χώρας»! γράφει στο κύριο άρθρο της η φιλοκυβερνητική μέχρι τώρα Ιρλανδική εφημερίδα «Σάντεϊ Ιντιπέντεντ», και παρουσιάζει στην πρώτη σελίδα της, με τη μορφή… επικήρυξης, τα κεφάλια και των 15 μελών της κυβέρνησης με αυτό τον οκτάστηλο τίτλο.
Έτσι, η προπαγάνδα του καθεστώτος πολιτικού συστήματος, δίνει τον «υπέρ όλων» αγώνα της, όχι για να σώσει το ένοχο καθεστώς, (αυτό είναι νομοτελειακά τελειωμένο), αλλά για να του δώσει λίγο χρόνο να ανασυντάξει την υποχώρησή του.
Έτσι, ο πάταγος της κατάρρευσης που, τον πρώτο που θα πλάκωνε ήταν το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος, παρουσιάστηκε σαν μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης, αφού έτσι, το κράτος, απόφυγε την πτώχευση, την οποία η προπαγάνδα (προκειμένου να ναρκώσει τη λαϊκή αντίδραση) παρουσίασε ως αδυναμία πληρωμής των μισθών και των συντάξεων. Αυτό είναι το τελευταίο ψέμμα που η αποκάλυψή του είναι εν εξελίξει.
Είναι το ψέμμα, επάνω στο οποίο παίζεται το τελευταίο κέρδος χρόνου, καθώς οι εκατοντάδες χιλιάδες μισθωτών και συνταξιούχων, μικροεμπόρων και μαγαζατόρων παραμένουν στα σπίτια τους, μπροστά στην τηλεόραση, για να καταλάβουν το τι γίνεται, μπερδεμένοι από τις νέες έννοιες των νέων λέξεων που κυριάρχησαν στα ερτζιανά κύματα και στους Ελληνικούς αιθέρες και μπήκαν στη ζωή μας: Τα spreads, τα CDS, «οι αγορές», το ΔΝΤ, ο «Ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης», τα πιστόλια που έσκαγαν στα χέρια μας και όλα τα συναφή, ζάλισαν περισσότερο τα ήδη ζαλισμένα μυαλά της Ελληνικής κοινωνίας που από την ευφορία της εκλογικής νίκης τού «λεφτά υπάρχουν», έχει ήδη πέσει στην οργισμένη απογοήτευση τού «δεν υπάρχει σάλιο» (και όλοι γνωρίζουν πως, όταν δεν υπάρχει σάλιο, η διείσδυση (του ΔΝΤ και κάθε δυνατού) είναι πολύ πιο οδυνηρή, έως και αβάσταχτη.…).
Αλλά, «το ψέμα έχει κοντά ποδάρια», όπως αποφαίνεται η λαϊκή σοφία.
Έτσι, όσο προχωρούμε στην υλοποίηση των επιταγών του «Μνημονίου», όλο και περισσότερο θα αποκαλύπτεται το έγκλημα της παράδοσης της πανάκριβης και ανεκτίμητης εθνικής Ανεξαρτησίας μας, που «αγοράζεται» μόνο με αίμα.
* Η μετατροπή των δανείων μας , από δάνεια οφειλόμενα σε ιδιώτες (ιδιωτικές Τράπεζες, Ταμεία, Funds, κλπ) σε δάνεια οφειλόμενα σε Κράτη
* Η αποδοχή του «μεταβιβαστέου» των «ομολόγων δανεισμού» μας, από τους δανειστές μας σε τρίτους (άλλα κράτη ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς), με ότι αυτό συνεπάγεται, που δεν είναι του παρόντος να αναλυθεί
* Η παραίτησή μας από τη διεθνή «ασυλία» της Δημόσιας περιουσίας του Ελληνικού κράτους (που έχει η Δημόσια περιουσία κάθε κράτους) προς τους πιστωτές του.
* Η παραίτησή μας από τη δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της υπόθεσης μη πληρωμής δόσεων των δανείων μας και η εκ μέρους μας αποδοχή της εκδίκασης τέτοιων υποθέσεων από τα δικαστήρια της Αγγλίας,
αποτελούν κάποιες αδιανόητες και ασυγχώρητες παραχωρήσεις προ τους δανειστές μας, οι οποίες, όμως, δείχνουν την πραγματική στόχευση της δανειακής αυτής σύμβασης (Μνημόνιο) και αποκαλύπτουν το άλλο ψέμα: Το Μνημόνιο δεν έγινε για το καλό της Ελληνικής Οικονομίας. Έγινε για τη διασφάλιση της καταβολής του χρέους μας στους δανειστές μας. Έτσι, ενώ η εξόφλησή του ήταν αμφίβολη, διότι δεν υπήρχαν εμπράγματες εγγυήσεις («υποθήκευση» περιουσιακών στοιχείων), τώρα έγινε σίγουρη, αφού «υποθηκεύτηκε», κατά τον καλύτερο τρόπο για τους δανειστές μας, η (διεθνώς απαγορευμένη να υποθηκεύεται) Δημόσια περιουσία του κράτους.
Αλλά, το χειρότερο, δεν είναι αυτό !!!
Το ακόμη χειρότερο, είναι το ότι με όλα αυτά που γίνονται: περικοπές μισθών και συντάξεων, απολύσεις, ανεργία, ανέχεια, στραγγάλισμα της αγοράς και σπάσιμο της «ραχοκοκαλιά της οικονομίας» (των μικρομεσαίων επιχειρήσεων), είναι αποδεδειγμένο και ομολογημένο από κορυφαίους Νομπελίστες οικονομολόγους, ότι δεν μπορούν να αποτρέψουν την πτώχευση.
Προχθές, (23/11) ο σοβαρός Αλέκος Παπαδόπουλος, σε ομιλία του στο ΕΛΙΑΜΕΠ, είπε, μεταξύ άλλων, κατά λέξη: «Ένα ψεύδος που επίσης καλλιεργείται στο λαό είναι αν η χώρα μας θα χρεοκοπήσει ή όχι. Αρνείται ο παραπλανητικός λαϊκισμός ν’ αποδεχθεί ότι τέτοιο δίλημμα ουσιαστικά δεν υπάρχει, γιατί η χώρα ήδη τελεί “υπό χρεοστάσιο” από τον περασμένο Μάιο, όταν οι διεθνείς κεφαλαιαγορές αρνήθηκαν να μας χρηματοδοτήσουν….»
Έτσι, λοιπόν, οδηγούμενοι, με μαθηματική ακρίβεια (από το καθεστώς πολιτικό σύστημα), προς αυτό το οποίο προσπαθούμε, θυσιάζοντας την αξιοπρέπειά μας, να αποφύγουμε (την πτώχευση), όλες οι θυσίες μας είναι μάταιες και χωρίς κανένα απολύτως αντίκρυσμα.
Ο λόγος, λοιπόν, που γίνονται αυτές οι αιματηρές για την κοινωνία θυσίες, δεν είναι για το καλύτερο αύριό της. (Αυτό είναι το τελευταίο ψέμα του καθεστώτος).
Ο μόνος λόγος που γίνονται, είναι για να κερδηθεί λίγος χρόνος, υπέρ:
* της ανασύνταξης του ίδιου του ενόχου (του καθεστώτος πολιτικού συστήματος) που διέπραξε το έγκλημα
* της καλύτερης κατοχύρωσης των απαιτήσεων των δανειστών μας, οι οποίοι, στο βάθος, είναι οι πάτρωνες του ενόχου αυτού καθεστώτος.
Αυτές οι αλήθειες, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Μνημόνιο θα αποτελέσει το μνήμα του ένοχου καθεστώτος πολιτικού συστήματος που, πέραν όλων αυτών, έχει οδηγήσει τη Δημοκρατία να αποτελεί πρόσχημα της λειτουργίας μίας πολιτικής και οικονομικής Ολιγαρχίας, το καταστροφικό αποτέλεσμα της οποίας, το βιώνουμε όλοι μας, σαν φτωχοί πολίτες μίας πτωχευμένης Χώρας.
Η κοινωνία, δηλαδή ο κάθε πολίτης και κυρίως η νεολαία, στην οποία ανήκει αυτός ο πλούτος, πρέπει να αγωνισθεί, μέσα στις πόλεις και τα χωριά αυτού του τόπου, για την ανάσχεση της καταστροφικής πορείας που έχουμε πάρει.
Σ’ αυτό τον αγώνα, που ήδη άρχισε, καλείται κάθε Έλληνας / Ελληνίδα, να δώσει όλη του τη δύναμη και ενέργεια.
Και, επειδή από ‘δώ και πέρα τα σημειώματά μου που αναρτώνται σε bloggs παύουν να είναι απλώς καταγγελτικά και περιγραφικά της εφιαλτικής κατάστασης που βιώνουμε, όποιος θέλει να πάρει μέρος σε αυτό τον αγώνα, δεν έχει παρά να στείλει ένα σημείωμα στο othonj3@gmail.com.
Ζητούνται πολίτες / οπλίτες
για να σταματήσουμε, πριν είναι πολύ αργά, την εκτροπή της Δημοκρατίας προς την πλήρη επικράτηση της πολιτικής και οικονομικής Ολιγαρχίας που, ήδη, αφού πρόδωσε τις (δήθεν) ιδεολογίες της (σοσιαλισμό, πατριωτισμό, κλπ) παράδωσε σε αλλοεθνείς τον πλέον ζωτικό χώρο της Πατρίδας μας, την Εθνική μας Οικονομία και ετοιμάζεται, όπως δείχνουν τα σημάδια, να παραδώσει κάθε πλουτοπαραγωγική πηγή, δηλαδή το μέλλον της κοινωνίας μας.
Εμείς είμαστε αυτός που περιμένουμε.
Εμείς είμαστε αυτό που θέλουμε.
* κομματοκρατία: η πολιτική νοοτροπία και συμπεριφορά, που προτάσσει το κομματικό συμφέρον από το κοινωνικό όφελος και έχει καταστεί κρατούσα άποψη στην καθημερινή πολιτική πρακτική, κατά τα χρόνια της «μεταπολίτευσης».
Ἀναρτήθηκε στὶς 25 Νοεμβρίου 2010 ἀπὸ τὸν/τὴν filologos10
Γράφει ο Όθων Ιακωβίδης
Έχουν περάσει έξι μήνες από την υπογραφή του επαίσχυντου «Μνημονίου», που σφράγισε και «κλείδωσε» την παράδοση της εθνικής Ανεξαρτησίας μας, στον πιο ζωτικό εθνικό χώρο, αυτόν της Οικονομίας μας.
Όμως, «ουδέν κακόν αμιγές καλού».
Έτσι, προς επιβεβαίωση, για ακόμη μία φορά, της σοφής αυτής ρήσης, αυτή η οδυνηρή και εξευτελιστική απώλεια της εθνικής Ανεξαρτησίας μας, (η κατάκτηση της οποίας είναι πληρωμένη με εκατόμβες Ελληνικών κορμιών και ποτάμια αίματος ) ήδη δρα προς τη θετική της πλευρά. Άρχισε να υφαίνεται η κατεδάφιση και το ξήλωμα του πλέγματος των αιτίων αυτής της τραγικής και εξευτελιστικής εθνικής απώλειας.
Αυτό, γίνεται με την αποκάλυψη της σύνθεσης αυτού του πλέγματος, σε όσους πολίτες δεν έχουν, ακόμη, αντιληφθεί ότι η κύρια αιτία της πτώχευσης είναι η «κομματοκρατία» και η πατρωνία τής κατεστημένης πολιτικής ηγεσίας, από οικονομικά συμφέροντα, εγχώρια και διεθνή.
Η αποκάλυψη αυτή, γίνεται με μία σειρά επί μέρους αποκαλύψεων, όπως:
* Η αποκάλυψη του ψεύδους που εξέπεμπαν επί σειρά ετών τα δύο «κόμματα εξουσίας» που έχαιραν για την επίτευξη μίας Υγιούς Οικονομίας, την ίδια ώρα που στη χώρα κυριαρχούσε η αποβιομηχανοποίηση, η συρίκνωση του Αγροτικού τομέα, το θέριεμα του Δημοσιοϋπαλληλισμού, ο άκρατος και δανειοτροφούμενος καταναλωτισμός (με την παράλληλη ανάπτυξη της Τραπεζικής επέκτασης), η πλήρης αδιαφορία για έρευνα και τεχνολογία, το ξερίζωμα κάθε ίχνους κινήτρου επιχειρηματικότητας, ο οικονομικός εφησυχασμός, κλπ.
* Η αποκάλυψη του κομματικού ψεύδους της ύπαρξης ιδεολογικών στοχεύσεων (Σοσιαλισμός, πατριωτισμός) με τον παταγώδη παραμερισμό τους από τον χυδαίο «κυβερνητισμό» (δηλαδή την επιδίωξη διαχείρισης του εθνικού πλούτου, υπάρχοντος και μέλλοντος) που αποκαλύφθηκε ότι, όλα αυτά τα χρόνια, αποτελούσε τον μοναδικό πολιτικό στόχο των κομμάτων.
* Η αποκάλυψη του κομματικού ψεύδους της ύπαρξης διαφορών στην οικονομική πολιτική διαχείρισης των κοινών. Μία αποκάλυψη που έγινε με την άσκηση πανομοιότυπης πρακτικής και ρητορικής κατά την εναλλαγή των δύο «κομμάτων εξουσίας» στην κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τα τελευταία 30 χρόνια. (Ότι έλεγε ο ένας σαν κυβέρνηση και το απέρριπτε ο άλλος σαν αντιπολίτευση, το έλεγε ο άλλος σαν κυβέρνηση και το απέρριπτε ο ένας σαν αντιπολίτευση).
* Η τελευταία αποκάλυψη, που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει ολοκληρωθεί, είναι το ψέμα ότι η παρούσα κρίση είναι κάτι που σύντομα θα περάσει με τα μέτρα που παίρνονται.
Το καθεστώς πολιτικό σύστημα, είναι βουτηγμένο στο ψέμα, διότι δεν έχει άλλο δρόμο σωτηρίας, έξω από τη συνέχιση του ψέματος.
Ο λαός ξέρει ότι αν αρχίσεις με ένα ψέμα, που δεν θέλεις να το αποκαλύψεις, είσαι υποχρεωμένος να λες συνέχεια ψέματα για να δικαιολογήσεις πράγματα που έχουν σχέση με το πρώτο σου ψέμα.
Έτσι, το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος πολιτικού συστήματος, είναι υποχρεωμένο να ψεύδεται συνεχώς, αφού δεν μπορεί να αποκαλύψει το αρχικό του (και θεμελιώδες) ψέμα. Ότι, δηλαδή, σύσσωμο το καθεστώς πολιτικό σύστημα είναι ο μόνος υπαίτιος της πτώχευσης, με τη νοοτροπία και πρακτική της «κομματοκρατίας» που ανέπτυξε όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης.
Και δικαιολογημένα (από τη δική του οπτική) δεν μπορεί να το κάνει, διότι το αποτέλεσμα θα είναι ολέθριο γι’ αυτόν. «Σφάξτε τους όλους μετά τα Χριστούγεννα!», «Είπατε ψέματα, μας εξαπατήσατε, φύγετε τώρα για χάρη της Χώρας»! γράφει στο κύριο άρθρο της η φιλοκυβερνητική μέχρι τώρα Ιρλανδική εφημερίδα «Σάντεϊ Ιντιπέντεντ», και παρουσιάζει στην πρώτη σελίδα της, με τη μορφή… επικήρυξης, τα κεφάλια και των 15 μελών της κυβέρνησης με αυτό τον οκτάστηλο τίτλο.
Έτσι, η προπαγάνδα του καθεστώτος πολιτικού συστήματος, δίνει τον «υπέρ όλων» αγώνα της, όχι για να σώσει το ένοχο καθεστώς, (αυτό είναι νομοτελειακά τελειωμένο), αλλά για να του δώσει λίγο χρόνο να ανασυντάξει την υποχώρησή του.
Έτσι, ο πάταγος της κατάρρευσης που, τον πρώτο που θα πλάκωνε ήταν το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος, παρουσιάστηκε σαν μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης, αφού έτσι, το κράτος, απόφυγε την πτώχευση, την οποία η προπαγάνδα (προκειμένου να ναρκώσει τη λαϊκή αντίδραση) παρουσίασε ως αδυναμία πληρωμής των μισθών και των συντάξεων. Αυτό είναι το τελευταίο ψέμμα που η αποκάλυψή του είναι εν εξελίξει.
Είναι το ψέμμα, επάνω στο οποίο παίζεται το τελευταίο κέρδος χρόνου, καθώς οι εκατοντάδες χιλιάδες μισθωτών και συνταξιούχων, μικροεμπόρων και μαγαζατόρων παραμένουν στα σπίτια τους, μπροστά στην τηλεόραση, για να καταλάβουν το τι γίνεται, μπερδεμένοι από τις νέες έννοιες των νέων λέξεων που κυριάρχησαν στα ερτζιανά κύματα και στους Ελληνικούς αιθέρες και μπήκαν στη ζωή μας: Τα spreads, τα CDS, «οι αγορές», το ΔΝΤ, ο «Ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης», τα πιστόλια που έσκαγαν στα χέρια μας και όλα τα συναφή, ζάλισαν περισσότερο τα ήδη ζαλισμένα μυαλά της Ελληνικής κοινωνίας που από την ευφορία της εκλογικής νίκης τού «λεφτά υπάρχουν», έχει ήδη πέσει στην οργισμένη απογοήτευση τού «δεν υπάρχει σάλιο» (και όλοι γνωρίζουν πως, όταν δεν υπάρχει σάλιο, η διείσδυση (του ΔΝΤ και κάθε δυνατού) είναι πολύ πιο οδυνηρή, έως και αβάσταχτη.…).
Αλλά, «το ψέμα έχει κοντά ποδάρια», όπως αποφαίνεται η λαϊκή σοφία.
Έτσι, όσο προχωρούμε στην υλοποίηση των επιταγών του «Μνημονίου», όλο και περισσότερο θα αποκαλύπτεται το έγκλημα της παράδοσης της πανάκριβης και ανεκτίμητης εθνικής Ανεξαρτησίας μας, που «αγοράζεται» μόνο με αίμα.
* Η μετατροπή των δανείων μας , από δάνεια οφειλόμενα σε ιδιώτες (ιδιωτικές Τράπεζες, Ταμεία, Funds, κλπ) σε δάνεια οφειλόμενα σε Κράτη
* Η αποδοχή του «μεταβιβαστέου» των «ομολόγων δανεισμού» μας, από τους δανειστές μας σε τρίτους (άλλα κράτη ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς), με ότι αυτό συνεπάγεται, που δεν είναι του παρόντος να αναλυθεί
* Η παραίτησή μας από τη διεθνή «ασυλία» της Δημόσιας περιουσίας του Ελληνικού κράτους (που έχει η Δημόσια περιουσία κάθε κράτους) προς τους πιστωτές του.
* Η παραίτησή μας από τη δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της υπόθεσης μη πληρωμής δόσεων των δανείων μας και η εκ μέρους μας αποδοχή της εκδίκασης τέτοιων υποθέσεων από τα δικαστήρια της Αγγλίας,
αποτελούν κάποιες αδιανόητες και ασυγχώρητες παραχωρήσεις προ τους δανειστές μας, οι οποίες, όμως, δείχνουν την πραγματική στόχευση της δανειακής αυτής σύμβασης (Μνημόνιο) και αποκαλύπτουν το άλλο ψέμα: Το Μνημόνιο δεν έγινε για το καλό της Ελληνικής Οικονομίας. Έγινε για τη διασφάλιση της καταβολής του χρέους μας στους δανειστές μας. Έτσι, ενώ η εξόφλησή του ήταν αμφίβολη, διότι δεν υπήρχαν εμπράγματες εγγυήσεις («υποθήκευση» περιουσιακών στοιχείων), τώρα έγινε σίγουρη, αφού «υποθηκεύτηκε», κατά τον καλύτερο τρόπο για τους δανειστές μας, η (διεθνώς απαγορευμένη να υποθηκεύεται) Δημόσια περιουσία του κράτους.
Αλλά, το χειρότερο, δεν είναι αυτό !!!
Το ακόμη χειρότερο, είναι το ότι με όλα αυτά που γίνονται: περικοπές μισθών και συντάξεων, απολύσεις, ανεργία, ανέχεια, στραγγάλισμα της αγοράς και σπάσιμο της «ραχοκοκαλιά της οικονομίας» (των μικρομεσαίων επιχειρήσεων), είναι αποδεδειγμένο και ομολογημένο από κορυφαίους Νομπελίστες οικονομολόγους, ότι δεν μπορούν να αποτρέψουν την πτώχευση.
Προχθές, (23/11) ο σοβαρός Αλέκος Παπαδόπουλος, σε ομιλία του στο ΕΛΙΑΜΕΠ, είπε, μεταξύ άλλων, κατά λέξη: «Ένα ψεύδος που επίσης καλλιεργείται στο λαό είναι αν η χώρα μας θα χρεοκοπήσει ή όχι. Αρνείται ο παραπλανητικός λαϊκισμός ν’ αποδεχθεί ότι τέτοιο δίλημμα ουσιαστικά δεν υπάρχει, γιατί η χώρα ήδη τελεί “υπό χρεοστάσιο” από τον περασμένο Μάιο, όταν οι διεθνείς κεφαλαιαγορές αρνήθηκαν να μας χρηματοδοτήσουν….»
Έτσι, λοιπόν, οδηγούμενοι, με μαθηματική ακρίβεια (από το καθεστώς πολιτικό σύστημα), προς αυτό το οποίο προσπαθούμε, θυσιάζοντας την αξιοπρέπειά μας, να αποφύγουμε (την πτώχευση), όλες οι θυσίες μας είναι μάταιες και χωρίς κανένα απολύτως αντίκρυσμα.
Ο λόγος, λοιπόν, που γίνονται αυτές οι αιματηρές για την κοινωνία θυσίες, δεν είναι για το καλύτερο αύριό της. (Αυτό είναι το τελευταίο ψέμα του καθεστώτος).
Ο μόνος λόγος που γίνονται, είναι για να κερδηθεί λίγος χρόνος, υπέρ:
* της ανασύνταξης του ίδιου του ενόχου (του καθεστώτος πολιτικού συστήματος) που διέπραξε το έγκλημα
* της καλύτερης κατοχύρωσης των απαιτήσεων των δανειστών μας, οι οποίοι, στο βάθος, είναι οι πάτρωνες του ενόχου αυτού καθεστώτος.
Αυτές οι αλήθειες, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το Μνημόνιο θα αποτελέσει το μνήμα του ένοχου καθεστώτος πολιτικού συστήματος που, πέραν όλων αυτών, έχει οδηγήσει τη Δημοκρατία να αποτελεί πρόσχημα της λειτουργίας μίας πολιτικής και οικονομικής Ολιγαρχίας, το καταστροφικό αποτέλεσμα της οποίας, το βιώνουμε όλοι μας, σαν φτωχοί πολίτες μίας πτωχευμένης Χώρας.
Η κοινωνία, δηλαδή ο κάθε πολίτης και κυρίως η νεολαία, στην οποία ανήκει αυτός ο πλούτος, πρέπει να αγωνισθεί, μέσα στις πόλεις και τα χωριά αυτού του τόπου, για την ανάσχεση της καταστροφικής πορείας που έχουμε πάρει.
Σ’ αυτό τον αγώνα, που ήδη άρχισε, καλείται κάθε Έλληνας / Ελληνίδα, να δώσει όλη του τη δύναμη και ενέργεια.
Και, επειδή από ‘δώ και πέρα τα σημειώματά μου που αναρτώνται σε bloggs παύουν να είναι απλώς καταγγελτικά και περιγραφικά της εφιαλτικής κατάστασης που βιώνουμε, όποιος θέλει να πάρει μέρος σε αυτό τον αγώνα, δεν έχει παρά να στείλει ένα σημείωμα στο othonj3@gmail.com.
Ζητούνται πολίτες / οπλίτες
για να σταματήσουμε, πριν είναι πολύ αργά, την εκτροπή της Δημοκρατίας προς την πλήρη επικράτηση της πολιτικής και οικονομικής Ολιγαρχίας που, ήδη, αφού πρόδωσε τις (δήθεν) ιδεολογίες της (σοσιαλισμό, πατριωτισμό, κλπ) παράδωσε σε αλλοεθνείς τον πλέον ζωτικό χώρο της Πατρίδας μας, την Εθνική μας Οικονομία και ετοιμάζεται, όπως δείχνουν τα σημάδια, να παραδώσει κάθε πλουτοπαραγωγική πηγή, δηλαδή το μέλλον της κοινωνίας μας.
Εμείς είμαστε αυτός που περιμένουμε.
Εμείς είμαστε αυτό που θέλουμε.
* κομματοκρατία: η πολιτική νοοτροπία και συμπεριφορά, που προτάσσει το κομματικό συμφέρον από το κοινωνικό όφελος και έχει καταστεί κρατούσα άποψη στην καθημερινή πολιτική πρακτική, κατά τα χρόνια της «μεταπολίτευσης».
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010
Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010
ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΑΤΑ
ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΑΤΟΗ,
ΣΤΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙ
ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΥΤΣΑ...
Οι αλβανικοί μεσαιωνικοί
εποικισμοί στον ελλαδικό χώρο
Αλβανική -κι όχι ελληνική-
η καταγωγή των Αρβανιτών
Κύρια προσπάθεια τής επιχείρησης δημιουργίας ελληνικής εθνικής ταυτότητας από επίσημους και μη φορείς τής Ρωμιοσύνης από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν αποτέλεσε η προσπάθεια «απόδειξης» τής φυλετικής καθαρότητας, δηλαδή τής συνέχειας των σημερινών κατοίκων τού ελλαδικού χώρου στο χρόνο και στο χώρο. Εργασίες - μελέτες από κύκλο λογίων τής εποχής, που δημοσιεύτηκαν κατά κόρον σε διάφορα περιοδικά (Παρνασσός, Ελληνομνήμων, κ.ά.), εξακολουθούν δε αυτούσιες ή παρόμοιες να δημοσιεύονται σε εθνικιστικά περιοδικά και ιστοσελίδες ακόμα και σήμερα, αφιερώθηκαν σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να αποδοθεί η προέλευση αρβανίτικων, σλάβικων, τούρκικων κ.λπ. λέξεων, ονομάτων και τοπωνυμίων σε δήθεν παραφθορές τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
Στη νεοελληνική παιδεία στοχοποιήθηκε ο «ανθέλληνας» Φαλμεράγιερ, παρ΄ όλο, που δεν είναι ο μόνος· το σύνολο των περιηγητών (αρχαιολατρών, ιστορικών, απεσταλμένων ξένων κυβερνήσεων κ.λπ.) των μεσαιωνικών χρόνων περιγράφουν την μεγάλη έκταση των εποικισμών στην περιοχή. Απάντηση σε όλους αυτούς επιχείρησε να δώσει ο ιστορικός τής Ρωμιοσύνης, Κ. Παπαρρηγόπουλος (βλ. K. Παπαρρηγόπουλος: Ο “εγκέφαλος” τής απάτης τού “ελληνοχριστιανισμού”) γράφοντας περί τής δήθεν συνέχειας και τής φυλετικής ενότητας των κατοίκων τού ελλαδικού χώρου στη διαδρομή τής Ιστορίας. Η αμφισβήτηση τού κυρίαρχου αυτού ιστοριογραφικού μοντέλου στην επιεικέστερη εκδοχή της επιχειρήθηκε να παρουσιασθεί ως προερχόμενη από ήσσονος αξίας ιστορικούς και στην αυστηρότερη ως εθνική προδοσία.
Καμμία φυλή όμως, ούτε κανένας λαός στις μέρες μας είναι φυλετικά καθαρός. Στον ελλαδικό χώρο ειδικότερα κι εξ αιτίας των βυζαντινών διωγμών, των επιδημιών, των ανεπάλληλων κατακτήσεων και τής πειρατείας, ο αριθμός των ελληνόφωνων Ρωμιών ελαττώθηκε σημαντικά. Έτσι, ο αριθμός των κατοίκων ενισχύθηκε επανειλημμένα στο πέρασμα τής Ιστορίας από ξένους λαούς, στους οποίους τις περισσότερες φορές δόθηκαν από τις εκάστοτε αρχές επί πλέον κίνητρα, προκειμένου να εγκατασταθούν στην περιοχή και να καλύψουν τα πληθυσμιακά κενά.
Θα ξεκινήσουμε στην «Ελεύθερη Έρευνα» την παρουσίαση μιας σειράς μελετών μας σχετικών με τους εποικισμούς (αλβανικών, σλάβικων, τούρκικων κ.ά) στην περιοχή, που εκτείνεται το σημερινό ελληνικό κράτος.
Η αρχή γίνεται με την παρουσίαση των αλβανικών εποικισμών.
Γενικά ιστορικά στοιχεία για τους Αλβανούς
Από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς γίνεται πολύς λόγος για Ιλλυριούς, που κατοικούσαν από την περιοχή τής Βορείου Ηπείρου μεχρι τη σημερινή Κροατία και Σερβία. Οι Ιλλυριοί αποτελούνταν από διάφορα φύλα, τους Ταυλάντιους, τους Δερρίποες, τούς Δαλματούς, τους Αρδιαίους ή Ουαρδαίους κ.ά., καθώς και το πιο νότιο φύλο, τους Αλβανούς. Από την αρχαιότητα ως τα πρώτα χρόνια τού περασμένου αιώνα οι Αλβανοί ήταν σκλαβωμένοι σε άλλες αυτοκρατορίες και δεν είχαν καταφέρει να σχηματίσουν ενιαίο και ανεξάρτητο βασιλειο. Τον 4ο αιώνα π.Χ., ο βασιλιάς Βάρδυλλις μετάτρεψε την Ιλλυρία σε αξιόλογη τοπική δύναμη. Οι πιο σημαντικές πόλεις των Ιλλυριών ήταν η Σκόδρα (στη σημερινή Αλβανία) και η Ρίζων (στο σημερινό Μαυροβούνιο). Κατά την αρχαιότητα οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα παράλια τής Νότιας Ιλλυρίας. Οι αποικίες, που ίδρυσαν κυρίως οι Αθηναίοι, οι Κορίνθιοι και οι Κερκυραίοι στα παράλια τής Ιλλυρίας αναπτύχθηκαν πολύ. Μερικές μάλιστα πόλεις, όπως η Επίδαμνος (σήμερα λέγεται Durrës = Δυρράχιο), η Απολλωνία (Fier), ο Ωρικός (Orikum), η Αυλώνα (Vlora) κι η Εφύρα ήταν ακουστές, γιατί έγιναν κέντρα ανταλλακτικού εμπορίου και αμοιβαίας πολιτιστικής επίδρασης. Στα χρόνια τής μακεδονοκρατίας οι Ιλλυριοί υποτάχτηκαν στους Μακεδόνες και αργότερα στους Ρωμαίους, οπότε σιγά-σιγά εκλατινίστηκαν.
Στη διαδρομή των αιώνων οι Ιλλυριοί είχαν στενές σχέσεις (επικοινωνίες, επιγαμίες) με τους Ηπειρώτες καί πολλές φορές ακολούθησαν την ίδια τύχη. Το αρχαίο όνομα των κατοίκων τής Αλβανίας αν και διατηρήθηκε ως τα βυζαντινά χρόνια, στα νεώτερα ξεχάστηκε. Από τίς πηγές που έφτασαν ως εμάς ξέρουμε, πως ο Έλληνας γεωγράφος Πτολεμαίος τού 2ου μ.Χ. αιώνα μνημονεύει μια αλβανική φυλή, καθώς και μια αλβανική πόλη, την Αλβανόπολη (το σημερινό αλβανικό χωριό λίγο έξω από τα Τίρανα, Άρβανα). Με τον ερχομό των σλαβικών φύλων τον 7ο αιώνα στα Βαλκάνια, πολλά ιλλυρικά φύλα τού βορά εξαφανίστηκαν, ενώ άλλα καταπιέστηκαν και συγχωνεύτηκαν. Έτσι, σταδιακά, το όνομα Ιλλυριοί αντικαταστάθηκε με το όνομα Αλβανοί από τα λίγα φύλα, που επιβίωσαν. Οι Έλληνες τους κατοίκους τής Αλβανίας τους έλεγαν όχι μόνον Αλβανούς, αλλά και Αρβανούς και Αρβανίτες, οι δυτικοί Arbanenses ή Albanenses, ενώ οι Τούρκοι Αρναούτ. Αργότερα πρόβαλε ένα άλλο όνομα, το Σκιπετάρ, που ακόμα οι γλωσσολόγοι δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν για την ετυμολογία του. Επειδή η Αλβανία κατακτήθηκε από ξένους λαούς, η σημερινή αλβανική γλώσσα έχει πολλές λέξεις ρωμαϊκές - λατινικές, βενετσάνικες, ελληνικές και τουρκικές.
Η Αλβανία στη βυζαντινή περίοδο απο τη μια μεριά με το να είναι τόπος βουνήσιος και άγονος και από την άλλη με το να είναι μακριά από τα τότε εμπορικά κέντρα και σταυροδρόμια έμεινε καθυστερημένη. Η βυζαντινή κυβέρνηση δεν ενδιαφέρθηκε για την Αλβανία, όπως γιά άλλες επαρχίες κι έτσι οι Αλβανοί έμειναν πολύ πίσω. Αποτελούσαν ξεχωριστές κοινωνικές ομάδες, που λέγονταν φάρες. Αρκετοί Αλβανοί πάντως υπηρέτησαν στο βυζαντινό στρατό και πολλοί ήταν στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι. Μάλιστα μερικοί απ΄ αυτούς πήραν μεγάλα αξιώματα. Βυζαντινολόγοι δέχονται, πως ο αυτοκράτορας τού Βυζαντίου Αναστάσιος Α΄ ήταν Αλβανός, καθώς και η οικογένεια τού Ιουστινιανού. (Βλ. Ούτε ένας Έλληνας βυζαντινός αυτοκράτορας!)
Όπως και στις άλλες περιοχές τής Βαλκανικής, έτσι και στην Αλβανία σημειώθηκαν μεγάλες εθνογραφικές μεταβολές από την εισβολή διαφόρων φυλών, όπως κυρίως των Σλάβων. Ο αρχαίος πληθυσμός της ανακατώθηκε με τους λαούς που εισέβαλαν από τον 4ο αιώνα κι ύστερα από το βορά στο έδαφός της. Τον 7ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία Σέρβοι καί Βούλγαροι, που με τις επιγαμίες τους με τους ντόπιους άσκησαν μεγάλη επίδραση. Από την εποχή αυτή και μετά η πολιτιστική αλληλεπίδραση Αλβανών και Σλάβων είναι φανερή κι εκδηλώνεται στα διαμορφωθέντα ήθη καί έθιμα. Η Αλβανία για μια ορισμένη εποχή πέρασε και στην κατοχή των Βουλγάρων, τον 11ο όμως αιώνα, ο αυτοκράτορας Βασίλειος έδιωξε τους Βούλγαρους από την Αλβανία.
Στα χρόνια τής παρακμής τού Βυζαντίου, η Αλβανία ξέφυγε από τον έλεγχο τής βυζαντινής κυβέρνησης, οπότε τον 12ο αιώνα σχηματίστηκαν δύο ανεξάρτητα αλβανικά πριγκηπάτα με επικεφαλής τούς αδελφούς Προγγόνη και Γκίνη, ο οποίος λεγόταν από τους βυζαντινούς Ιωάννης Μπούας ή Σπάτας. Αργότερα, όταν σχηματίστηκε η λατινική αυτοκρατορία, η Αλβανία μαζί με την Ήπειρο και τη δυτική κεντρική Ελλάδα ανήκαν στο δεσποτάτο τής Ηπείρου, ενώ ορισμένες μόνον παράλιες πόλεις της ήταν κτήσεις τής Βενετίας. Στα κατοπινά χρόνια, όταν η βαλκανική αναστατώθηκε από ξένες επιδρομές και πολέμους, η Αλβανία είδε να πηγαινοέρχονται στόλοι και στρατοί των εμπολέμων. Ως εκείνη την εποχή δεν είχαν σημειωθεί ομαδικές μετακινήσεις Αλβανών προς τις νοτιότερες περιοχές. Από τα μέσα όμως τού 14ου αιώνα πολλοί Αλβανοί μετακινούνται προς τη Θεσσαλία και στο τέλος τού ίδιου αιώνα και τον 15ο, ακόμα νοτιότερα, στην κεντρική Ελλάδα, Πελοπόννησο, νησιά Αργοσαρωνικού και Αιγαίου. Ο Σπυρίδων Λάμπρου, σε μιά σχετικά σύντομη μελέτη του, θεωρεί τούς Αρβανίτες τής Θεσσαλίας λιγότερους από 10.000, αλλά χαρακτηρίζει μιά μεταγενέστερη εποίκισή τους «έτι πολυπληθεστέρα», («Η ονοματολογία τής Αττικής και η εις την χώραν εποίκισις των Αλβανών», Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, Επετηρίας, τόμ. Α΄, σελ. 166, 1897.)
Οι Αλβανοί συνίστανται από δύο διακεκριμένους κλάδους. Τους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες. Οι Γκέγκηδες είναι ψηλοί με σκοτεινό χρώμα τριχών, ενώ οι Τόσκηδες είναι κοντύτεροι, λιγότερο βραχυκέφαλοι και με ανοικτό χρώμα τριχών. Οι αλβανικές αποικίες στην Ελλάδα συνίστανται αποκλειστικά από Τόσκηδες. Ο κλάδος αυτός διαιρείται σε πολλές φατρίες: Τους κυρίως Τόσκηδες, τους Τσάμηδες και τους Λιάπηδες.
* * *
Παλαιότερα υποστηρίχτηκε, πως οι Αλβανοί ήρθαν στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν μάλιστα πολλοί στη Μάνη, από τον 8ο και 9ο αιώνα. (Βλ. μελέτη Σ.Γ. Παναγιωτόπουλου, στο περ. «Εβδομάς», τ.4, 1884, σ. 113 και ΚανελλΙδη, στο ίδιο περιοδικό, τ.4, 1887, φύλ. 37, σελ. 1-3, φύλ. 38, σελ. 3 - 4 και φύλ. 39, σελ. 1). Πρίν όμως από αυτούς, ο Σάθας διατύπωσε τη γνώμη, πως οι Αλβανοί είχαν έρθει στην Πελοπόννησο από τον 7ο αιώνα και πως οι αναφερόμενοι από τους βυζαντινούς, Σλάβοι και Άβαροι, ήταν Αλβανοί. («Μνημεία τής ελληνικής ιστoρίας», πρόλογοι τόμ. Ι και ΙV).
Η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Ρούμελη, η Αττική, η Μεγαρίδα, το μεγαλύτερο μέρος τής Βοιωτίας, η Πελοπόννησος (όλη η Αργολίδα και η Κορινθία μέχρι την ανατολική Αχαΐα και τη βόρεια Αρκαδία, οι πλαγιές τού Ταΰγετου -Βαρδούνια-, Κάβο Μαλιά -Βάτικα-, βόρεια Καρύταινα, Πύλος, Κορώνη), η νότια Εύβοια και πολλά νησιά (Άνδρος, όλη η Ύδρα, όλες οι Σπέτσες, όλη η Σαλαμίνα, μέρος τής Αίγινας, καθώς και πολλά νησιά τού Αιγαίου, π.χ. Κέα, Κύθνος, Σκόπελος, Ίος, Σάμος, Κάσος κ.ά.) γέμισαν από Αλβανούς, πολλοί από τους οποίους ακόμα και σήμερα μιλούν την αλβανική (αρβανίτικα). (Βλ. Σπυρ. Λάμπρου: «Η ονοματολογία τής Αττικής και η εις την χώραν εποίκησις των Αλβανών» στην «Επετηρίδα Συλλόγου Παρνασσού», τ. 1, 1896, Μ. Λαμπρινίδου: «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», Αθήνα, 1907, Ιωάννη Χρ. Πούλου: «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κορινθίαν», Αθήνα, 1950, Π. Φουρίκη: «Μελέτες και άρθρα», στη «Λαογραφία», τ. 9, 1926, σελ. 507-563, στο περιοδ. «Αθηνά», τ. 40, 1928, σελ. 26-59 και τ. 43, 1931, σελ. 3 και πέρα, στο «Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος», 1922, σελ. 404-420), Δ. Πασχάλη: «Οι Αλβανοί εις τας Κυκλάδας», στο «Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος», 1934, σελ. 262-282.)
Πλήθος Αλβανών κατέκλυσαν και τα Ιόνια. Σύμφωνα με τον Ουίλλιαμ Μίλλερ, έως το 1470, είχαν έλθει 15.000 στη Λευκάδα από την Ήπειρο και 10.000 στη Ζάκυνθο. («Ιστορία τής Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι», τόμ. III, σελ. 47.) Το 1528 ο Αλβανικός πληθυσμός τής Ζακύνθου είχε αυξηθεί στα 17.255 άτομα.
Ο μεσαιωνοδίφης Κ. Σάθας, ανακάλυψε στα αρχεία τής Βενετικής Δημοκρατίας έγγραφα και διατάγματα, που μας μιλούν γι΄ αυτές τις αλβανικές μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με αυτά, στις 30.4.1541, αποφασίστηκε από την Βενετική Γερουσία η εγκατάσταση τεσσάρων σωμάτων Αρβανιτών με αρχηγούς τους Παύλο Μπούα, Ρεπούση Μπουζίκα, Γιώργο Γκερμπέση και Αλέξη Γκαμπριέρα στις Βενετικές κτήσεις τής Κρήτης, Ζακύνθου, Κεφαλλονιάς και Κέρκυρας.
Η κατάληξη -ατ είναι αθροιστική και σημαίνει τους οικιστές, όταν τη βρίσκουμε σε ονόματα χωριών, ή ολόκληρη μία φάρα Αρνανιτών. Επικράτησε στην Κεφαλλονιά με τον τύπο -άτα, από τους πρώτους Αρβανίτες εποίκους, που εγκαταστάθηκαν εκεί κατά τις αρχές τού 16ου αιώνα. Στο χάρτη εικονίζεται ένα μέρος τής Κεφαλονιάς· όλα τα τοπωνύμια είναι σε -άτα, εκτός μιάς Παναγιάς και μιάς Αγίας Ευφημίας.
Μέχρι σήμερα συναντάμε στα μέρη αυτά Αρβανίτικα ονόματα. Στην Κρήτη: Κούντουρος, Βρεττός κ.λπ.. Στη Ζάκυνθο: Σιγούρος (Σγούρος ή Σγουρός), Μάτεσης, Δούσμανης, Μάρμορης, Κόκλας κ.λπ.. Στην Κεφαλλονιά υπάρχουν ολόκληρα Αρβανιτοχώρια: Κομποθεκράτα (Κομποθέκρα), Μουζακάτα (Μουζάκι), καθώς και ονόματα, όπως Μενάγιας, Λουκίσιας.
Στην Κεφαλλονιά πρωτοκατέβηκαν οι Αρβανίτες με άδεια τής Βενετσάνικης Διοίκησης τον Μάιο τού 1502 με αρχηγούς τον Γιάννη Σπάτα, Σγούρο Καγκάδη Μπούα, Θόδωρο Μαρκεζίνη, Νικόλα Μενάγια κ.λπ.. (Κ. Σάθα: «Ελληνικά ανέκδοτα», τόμ. Α΄). Ο Θόδωρος Μπούας Γρίβας εποίκισε στα 1502 επίσης, την σχεδόν έρημη κι ακατοίκητη Ιθάκη.
«Ο Μαραθών, αι Πλαταιαί, τα Λεύκτρα, η Σαλαμίς, η Μαντινεία, η Είρα και η Ολυμπία κατοικούνται νυν από Αλβανών και όχι υπό Ελλήνων. Ακόμη και εις τας οδούς των Αθηνών, καίτοι διατελούσης ήδη τόσων χρόνων πρωτευούσης τού Ελληνικού βασιλείου, η Αλβανική γλώσσα ακούεται ακόμη μεταξύ των παιδίων των παιζόντων εις τους δρόμους παρά τον ναόν τού Θησέως και την πύλην τού Αδριανού». (Γεωργίου Φίνλεϋ: «Ιστορία τής ελληνικής επαναστάσεως», μετάφραση: Αλ. Παπαδιαμάντη, τ. Α΄, κεφ. Β΄, σελ. 74, έκδ. «Ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων», Αθήνα, 2008).
Παρακάτω θα εξετάσουμε τους αλβανικούς αυτούς εποικισμούς αναλυτικότερα.
Γενική παρακμή - ερήμωση τού ελλαδικού χώρου
Στην Αθήνα, οι ανασκαφές τής Αγοράς απέδειξαν, ότι υπήρξαν εκτεταμένες καταστροφές γύρω στο 580 κι ύστερα μια περίοδος πρόχειρων καταλυμάτων, πού διάρκεσε μέχρι το δεύτερο μισό τού 7ου αιώνα, Στή συνέχεια η περιοχή τής Αγοράς εγκαταλείφθηκε τελείως και ο οικισμός περιορίστηκε στην Ακρόπολη και σε ένα μικρό οχυρωμένο περίβολο προς τη βόρεια πλευρά της.
Στην Κόρινθο, πολλοί από τους κατοίκους της κατέφυγαν στην Αίγινα περί το 580, ενώ η βυζαντινή παρουσία διατηρήθηκε στο απρόσιτο φρούριο τής Ακροκορίνθου. Στήν υπόλοιπη Πελοπόννησο όλες οι πόλεις εξαφανίστηκαν. Ο Cyriaco de Pizicolli, γνωστός ως Κυριακός ο Αγκωνίτης, Καλαβρός αρχαιολάτρης περιηγητής τού ιε΄ αιώνα περιγράφει ως εξής τη Σπάρτη: «Είδαμε τα ερείπια μεγάλης πολιτείας, περιφανή αγάλματα, μαρμαρένιους κίονες και επιστύλια σκορπισμένα εδώ κι εκεί στους αγρούς. Από τα μέγιστα κι επιφανέστατα κτίρια απόμειναν το γυμναστήριο από λείο μάρμαρο και πολλά μαρμάρινα βάθρα αγαλμάτων».
Για την κεντρική Ελλάδα οι μαρτυρίες που έχουμε είναι σποραδικές. Στις Βοιωτικές Θήβες δεν υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη αστικής ζωής ανάμεσα στον 6ο και το δεύτερο μισό τού 9ου αιώνα. Οι Φθιώτιδες Θήβες στη θεσσαλική ακτή καταστράφηκαν στο τέλος τού 6ου ή τον 7ο αιώνα. Ούτε μία παλαιοχριστιανική εκκλησία δεν έμεινε όρθια σε όλη την Ελλάδα με εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη και την Πάρο. Δεν υπάρχει κανένα δείγμα οικοδομικής δραστηριότητας ανάμεσα στο 600 περίπου και στα πρώτα χρόνια τού 9ου αιώνα.
Η Θεσσαλονίκη, έδρα τού έπαρχου τού Ιλλυρικού, παρέμεινε σε βυζαντινά χέρια σε όλη τη διάρκεια των σκοτεινών αιώνων. Τα τείχη της, πού πιθανόν χτίστηκαν περί το 450, περιέκλειαν μια σημαντική έκταση: περίπου 1.750 μέτρα από τα ανατολικά προς τα δυτικά και 2.100 μέτρα από βορρά προς νότο. Πέντε φορές πολιορκήθηκε από τους Σλάβους και τους Αβάρους κι επανειλημμένα προσβλήθηκε από το λοιμό και την πείνα.
Πολλές ιστορικές πηγές αναφέρουν πολλαπλά κρούσματα πανώλης σε πολλά μέρη τού ελλαδικού χώρου. Ειδικά τo 746 η πανούκλα, που μεταδόθηκε στην Ελλάδα και την Ιταλία εξολόθρευσε τον ελληνικό πληθυσμό. Ο αυτοκράτορας τού Βυζαντίου, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μνημονεύοντας το γεγονός τού λοιμού και κάνοντας λόγο για την τότε κάθοδο των Σλάβων γράφει, πως «εσλαβώθη πάσα η χώρα» («Περί θεμάτων», ΙΙ, 3). (Για τους σλάβικους εποικισμούς στον ελλαδικό χώρο θα παρουσιασθεί ειδική σχετική μελέτη προσεχώς στην «Ελεύθερη Έρευνα».) Στη «λειψανδρία» αναφέρεται κι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία τού ελληνικού έθνους» (τόμ. Δ΄, σελ. 391). Το 1348 η πανούκλα, που έμεινε γνωστή στη μεσαιωνική ιστορία σαν μαύρος θάνατος, θέρισε τη Μεσόγειο και ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, από τη Μόσχα ως τη Φλάνδρα. Οι πληθυσμοί των ελληνικών ακτών και των νήσων αποδεκατίστηκαν και πάλι.
Από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα υπήρξε θαλασσοκρατία των Αράβων, οπότε η πειρατεία στις ελληνικές θάλασσες είχε λάβει τρομακτικές διαστάσεις. Η Κρήτη έχει μεταβληθεί από το 823 σε ορμητήριο των Αράβων πειρατών, που ερήμωσαν τα νησιά τού Αιγαίου και τις ηπειρωτικές ακτές. Πολιορκήθηκε η Πάτρα. Η Νικόπολη δέχθηκε επίθεση. Η Αίγινα καταστράφηκε. Η Πελοπόννησος λεηλατήθηκε, εξαφανίστηκε η Δημητριάς. Το 904 οι Σαρακηνοί πειρατές κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη κι αιχμαλώτισαν 22.000 ανθώπους.
Ο Λέων Χοιροσφάκτης, πρεσβευτής τού Βυζαντίου στους Άραβες τής Μάλτας, τής Ταρσού και τής Βαγδάτης, υπερηφανευόταν, ότι κατόρθωσε να εξαγοράσει (πέτυχε «αλλάγιον») εκατόν είκοσι χιλιάδες αιχμαλώτους, που είχαν συλληφθεί κατά τις επιδρομές των πειρατών στα εδάφη τής αυτοκρατορίας. Τη θαλασσοκρατία των Αράβων ακολούθησαν οι νορμαδικές επιδρομές και οι σταυροφορίες. Η πειρατική δράση ξανάρχισε ακολουθώντας την πορεία των δραματικών γεγονότων, που συντάραξαν την ανατολική λεκάνη τής Μεσογείου. Έτσι και κατά τον 12ο αιώνα ήταν αβέβαιη η έκβαση τού ταξιδιού στο Αιγαίο. Τότε, η Αττική βρισκόταν στο έλεος των πειρατών, Τούρκων, Λατίνων και Ελλήνων. Οι αυτοκρατορικές φυλακίδες δεν περιπολούσαν πιά στο Σαρωνικό και τον Ευβοϊκό και οι παράκτιες φρουρές ήταν τόσο αραιές, που αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τις επιδρομές.
Ορμητήρια των κουρσάρων ήταν η Αίγινα, η Σαλαμίνα και η Μάκρη (πρόκειται για την απέναντι τού Λαυρίου, Μακρόνησο, όπου υπήρχε μονή τού Αγίου Γεωργίου). Η Αίγινα είχε ερημωθεί. Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει το νησί κι όσοι απέμειναν συνεργάζονταν με τους πειρατές. Ασύδοτοι αποβιβάζονταν στις ακτές τής Αττικής, απογύμνωναν και αιχμαλώτιζαν τους κατοίκους και ακρωτηρίαζαν ή ρινοκοπούσαν όσους δεν μπορούσαν να προσφέρουν λύτρα. Κλάδευαν τα χέρια των ανθρώπων «σαν ξερόκλαδα». Και γέμισε ο τόπος από «χειροτμήτους» και «ρινοτμήτους». Κι είχαν τόσο αποθρασυνθεί, που εισχωρούσαν και στα μεσόγεια. Οι πειρατικές επιδρομές είχαν ξεκληρίσει τους πληθυσμούς των νησιών και των παραλιακών περιοχών τής ηπειρωτικής Ελλάδας.
Μεταξύ 1480 και 1546 η πόλη των Αθηνών είχε ξεκληρισθεί από επιδημίες, όπως προκύπτει από το ανώνυμο χρονικό τής Οξφόρδης (Ectesis chronica and chronicon Athenarum, London, 1902.) Οι ιστορικοί συμφωνούν: Η Αθήνα είχε απολησμονηθεί εξ αιτίας τού ιστορικού κενού τόσων αιώνων. Ήταν ένα ασήμαντο κάστρο τής φραγκοκρατίας. Ως το τελευταίο τέταρτο τού 17ου αιώνα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη για τους ξένους. Όλοι πίστευαν, πως αποτελούσε ένα σωρό ερειπίων, άν δεν είχε ολότελα εξαφανισθεί. Έγραφε το 1675 ο Guillet: «Είχα διαβάσει κι είχα χίλιες φορές ακούσει, πως η Αθήνα ήταν ένας έρημος τόπος» (Guillet, σελ. 211). Αλλά και και πριν 500 ακριβώς χρόνια βρισκόταν στην ίδια τραγική παρακμή. Όταν ο Μιχαήλ Ακομινάτος ανήλθε στο μητροπολιτικό θρόνο των Αθηνών και μπήκε (το 1175) εν πομπή στην πολιτεία είδε στο «κλεινόν άστυ» χαλάσματα και καλυβόσπιτα εδώ κι εκεί σε πανάθλια στενορύμια. Η Αθήνα, γράφει, ήταν «σωρός ερειπίων οικουμένων υπό ανθρώπων πενομένων».
Ο Ολλανδός περιηγητής Favolius περιέγραφε την πόλη των Αθηνών ως «μιά πολίχνη φτωχών ανθρώπων». (Hodoeporiki byzantini lib. III auctore Hugone Favolio - Lovanii (Excudebat Servatius Sassenus, 1563).
Ένα τουρκοχώρι είδε στην Αθήνα και ο Γάλλος ταξιδιώτης Julien Bordier: «Απ΄ αυτή την πανένδοξη πολιτεία δεν έχει απομείνει παρά ένα θλιβερό τουρκοχώρι, που λέγεται Σετίνα και βρίσκεται στα χέρια ενός αγά». (Η Αθήνα ονομαζόταν Σατίνες ή Σετίνες ή Στίνες. Η Ακρόπολη, Κάστρο. O Πειραιάς λεγόταν Πόρτο-Δράκο ή Πόρτο-Λεόνε από το μαρμάρινο λεοντάρι, που άρπαξαν αργότερα οι Βενετοί.)
Ο Γενοβέζος καπετάνιος Francesco - Maria Levanto σημείωνε στο χρονικό του: «Η σημερινή Αθήνα δεν είναι παρά ένας έρημος, άγονος τόπος, κατασπαρμένος με πέτρες». (Prima parte dello specchio del Mare Mediterraneo dal capitan Francesco - Maria Levanto (In Genova, 1664.)
«Η άλλοτε ένδοξη Αθήνα είναι τόσο ερημωμένη, που φαίνεται απίστευτο, ότι υπήρξε κάποτε ένδοξη. Εγώ, τουλάχιστον, δεν είδα πουθενά φοβερότερο τόπο. Ερημιά, ξεραΐλα, αγκαθιές και βάλτοι.» Εντυπώσεις τού Γάλλου πρεσβευτή, D΄ Aramon, όπως τις κατέγραψε ο γραμματικός του, ο ευγενής Jean Chesneau το 1546. (Jean Chesneau: Le voyage de monsieur d΄ Aramon ambassadeur pour le Roy en Levant, escript par un noble homme Jean Chesneau publie et annote par M. Ch. Schefer (Paris, 1887).
Οι Αλβανοί στη Θεσσαλία
Από τις πηγές που έχουμε βγαίνει το συμπέρασμα, πως ο αλβανικός εποικισμός έγινε ειρηνικά. Οι άποικοι Αλβανοί δεν ήρθαν ως κατακτητές, αλλά αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν άλλοι μεν στην Ήπειρο από το Σέρβο βασιλιά Στέφανο Ντουσάν, που τους είχε στρατιώτες του και τους έδωσε κτήματα και άλλοι προσκαλέστηκαν από τους δούκες και κυβερνήτες τής Θεσσαλίας, Στερεάς και Πελοποννήσου, καθώς και από τους Βενετσάνους, για να καλύψουν τα κενά στις αγροτικές περιοχές.
Αποικίζοντας τη Θεσσαλία [ο όρος Θεσσαλία (=Βλαχιά) την εποχή εκείνη περιλάμβανε όλη τη Μέση Ελλάδα με την Αιτωλία και την Ακαρνανία], την Αττική, την Πελοπόννησο με μεγάλες ομάδες (πατριές) Αλβανών, ήθελαν να καλύψουν τις γεωργικές ανάγκες των μερών αυτών, γιατί δεν υπήρχαν εργατικά χέρια για την καλλιέργεια τής γης.
Εκτός από αυτούς τους λόγους όμως, οι Αλβανοί από τα μέσα τού 14ου αιώνα κι έπειτα αντίκριζαν μεγάλες βιωτικές δυσχέρειες. Οι στρατοί, που πέρασαν από τον τόπο τους, το σταμάτημα των ανταλλαγών στη βορειοδυτική Ελλάδα, η εγκατάλειψή τους από τους κυβερνήτες τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου και τού Βυζαντίου, δημιούργησαν σε πολλές περιοχές τής Αλβανίας αφάνταστες βιωτικές δυσχέρειες. Αναγκάστηκαν λοιπον ν΄ αφήσουν τα χωριά τους πολλές φάρες και να κατέβουν στη Θεσσαλία και Ήπειρο, για να βρουν τα μέσα τής συντήρησής τους.
Ο Καντακουζηνός, γράφοντας για τις κινήσεις τού εξόριστου Συργιάννη, δίνει αξιοπρόσεκτες πληροφορίες για τους Αλβανούς τής Θεσσαλίας: «Επιβάς (ο Συργιάννης) νεώς επ΄ Εύβοιαν πλεούσης, εκεί απεκομίσθη πρώτον· έπειτα εκείθεν δια Λοκρών και Ακαρνάνων εις Αλβανούς, οι περί την Θετταλίαν οικούσιν αυτόνομοι νομάδες, διεσώθη κατά φιλίαν παλαιαν, ην προς αυτούς ην πεποιημένος, ότε τής εσπερίας εστρατήγει» (II, 450).
Ο ίδιος πιο κάτω κάνοντας λόγο για τις προσπάθειες τού Ανδρόνικου Γ΄ (1333) να φέρει την τάξη στην κυρίως Ελλάδα, γράφει: «Διατριβόντα δε εν Θετταλία βασιλέα, οι τα ορεινά τής Θεσσαλίας νεμόμενοι Αλβανοί αβασίλευτοι Μαλακάσιοι, Μπούιοι και Μεσαρίται από των φυλάρχων προσαγορευόμενοι, περί δισχιλίους καί μύριους όντες, προσεκύνησαν ελθόντες και υπέσχοντο δουλεύσειν. Εδεδοίκεσαν γαρ μη, χειμώνας επελθόντος, διαφθαρώσιν υπό των Ρωμαίων (Βυζαντινών) α τε πόλιν οικούντες ουδεμίαν, αλλά όρεσιν ενδιατρίβοντες και χωρίοις δυσπροσίτοις, ων αναχωρούντες τού χειμώνας δια το κρύος και την χιόνα, άπιστόν τινα εν τοις όρεσιν εκείνοις νιφομένην, ευεπιχείρητοι έσεσθαι εδόκουν» (ΙΙ, 474).
Άλλη μαρτυρία για την κάθοδο των Αλβανών στη Θεσσαλία και δυτική Στερεά είναι τού Χαλκοκονδύλη, πού φαίνεται έχει υπ΄ όψη του παλαιότερες πηγές: «Αλβανοί δε ωρμημένοι από Επιδάμνου (Δυρραχίου) και το προς εω βαδίζοντες Θετταλίαν τε υπηγάγοντο σφίσι και τής Μεσογείου Μακεδονίας τα πλέω. Αργυροπολίχνην τε και Καστορίαν. Αφικόμενοι δε επί Θετταλίαν την τε χώραν σφίσιν υποχείριον ποιησάμενοι), και τας πόλεις επιδιελόμενοι, κατά σφας ενέμοντο την χωραν, νομάδες τε όντες και ουδαμί έτι βέβαιον σφών αυτών την οίκησιν ποιούμενοι. Επεί δε και εις Ακαρνανίαν αφικόμενοι γνώμη τού ηγεμόνος Ακαρνανίας αφιεμένης αυτοίς τής χώρας, ενέμοντό τε τήνδε την χώραν» (Ι, 196).
Όσο για την Αχαΐα, εκεί γράφει, πως κατοικούσαν Αλβανοί, στους οποίους είχε επιτρέψει ο αυτοκράτορας να εξουσιάζουν τους τόπους, που τους κατείχαν, ως πατρική κληρονομιά. («Ώκουν άνδρες Αλβανοί, υπό βασιλέως συγχωρηθέντες έρχειν τής πατρώας αυτών χώρας», G. Hertzberg: «Ιστορία τής Ελλάδος από τής λήξεως τού αρχαίου βίου έως σήμερον», μετάφραση: Π. Καρολίδου, τόμ. Α΄, σελ. 555.)
Από τις παραπάνω πηγές εξάγεται, πως οι πρώτοι Αλβανοί που ήρθαν στη Θεσσαλία ήταν νομάδες - κτηνοτρόφοι. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στα βουνά και αποτελούσαν χωριστές κοινότητες (φάρες - πατριές). Με τον καιρό πολλοί απ΄ αυτούς κατέβηκαν στον κάμπο και έγιναν γεωργοί ή ξενοδούλευαν στα φέουδα των βυζαντινών και άλλων αρχόντων τής Θεσσαλίας.
Η παλαιότερη μαρτυρία για κάθοδο Αλβανών στη Θεσσαλία είναι μια επιστολή τού Μαρίνου Σανούδου, που γράφτηκε το 1325 και στην οποία γίνεται λόγος για τους Αλβανούς, που εκτόπισαν τους Βλάχους από τη Θεσσαλία. Άλλη μαρτυρία είναι έγγραφο τού δυνάστη τού Φαναρίου (Θεσσαλίας) με χρονολογία 1342. Από τα όσα γράφει ο Κατακουζηνός, βγαίνει, πως οι πρώτοι Αλβανοί, που εγκαταστάθηκαν στα θεσσαλικά βουνά, ήρθαν γύρω στο 1315. (Βλ. Ιωάν. Χρ. Πούλου: «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κορινθίαν», σελ. 14).
Μέσα σε 30 χρόνια οι Αλβανοί, που κατέβηκαν κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία, όχι μόνο πλήθαιναν πολύ, αλλά και με την εργατικότητά, τους, έγιναν περιζήτητοι. Ήταν λιτοδίαιτοι και χωρίς αξιώσεις μισθών. Γι΄ αυτό πρόσφεραν σχεδόν δωρεάν την εργασία τους στα αφεντικά - τσιφλικάδες.
Στη Θεσσαλία, στα χρόνια αυτά οι Βλάχοι αποτελούσαν την πλειοψηφία τού πληθυσμού. Όμως, όταν οι Αλβανοί πλήθαιναν, άρχισαν να εκτοπίζουν από το θεσσαλικό κάμπο τους Βλάχους. Ακόμα πρέπει να έχουμε υπ΄ όψη, πως οι Βενετσάνοι, που κατείχαν τότε τον Πτελεό (Φτελιό) στη νοτιοανατολική μεριά τής Θεσσαλίας, έμειναν ευχαριστημένοι από την αλβανική μετανάστευση, γιατί οι Άλβανοί χρησίμευαν και σαν φύλακες τής ανατολικής Θεσσαλίας από τις επιδρομές των Καταλανών, που ήταν εγκατεστημένοι στα Σάλωνα (Άμφισσα). [«Πλην δε των ποικίλων τούτων μνηστήρων τής κληρονομίας των Αγγέλων (τής Ηπείρου) εναφανίσθησαν τότε το πρώτον εν τη πεδιαδη τής Θεσσαλίας και μεγάλα πλήθη Αλβανών μεταναστών, αποτελεσάντων νέον και ακμαίον στοιχείον τού πληθυσμού αυτής. Οι Αλβανοί εδήουν άπασαν την ύπαιθρον χώραν και επειδή έφερον μεθ΄ εαυτών τας γυναίκας, ο αριθμός αυτών ηυξήθη ταχέως και ήρχισαν αντικαθιστάνοντες τους Βλάχους, οίτινες μέχρι εκείνου τού χρόνου απετέλουν το μέγιστον πλήθος των εγκατοίκων τής Θεσσαλίας, ήτις εξ αυτών είχε ονομασθεί Μεγαλοβλαχία. Οι δε Βενετοί (τού Πτελεού), εφρόνουν, ότι η αλβανική αύτη μετανάστευσις παρείχε το μέγα κέρδος, ότι δι΄ αυτής απησχολούντο οι Καταλάνιοι ούτως, ώστε να ηυκαίρουν να επιτίθενται κατά των γειτόνων των.» Μίλλερ - Λάμπρου: «Η Φραγκοκρατία εν Ελλάδι», τ. Α΄, 354.]
Τόσο από τους Βλάχους, όσο κι από τους Αρβανίτες διακρίνονται οι Καραγκούνηδες τής Θεσσαλίας, των οποίων η γλώσσα περιέχει Λατινικά, Ρουμάνικα και Αρβανίτικα στοιχεία. Από παλαιότερα υπήρχε έντονο Αλβανικό στοιχείο στη Δακία (στη σημερινή Ρουμανία περίπου), οι οποίοι παλινόστησαν κι ύστερα προωθήθηκαν προς τη Θεσσαλία. Αυτή η φυλή, που αποτελεί επιμιξία Αλβανών και Ρουμάνων, είναι πιθανώς οι Καραγκούνηδες. Οι Αλβανορουμάνοι είναι επίσης γνωστοί και ως Αρβανιτόβλαχοι.
Οι Βενετοί έφεραν πολλούς Αλβανούς στην Εύβοια, που ορισμένα σημεία της είχαν ερημώσει από την πανώλη. Παραχώρησαν σ΄ αυτούς χέρσες εκτάσεις να καλλιεργούν με τον όρο να διατηρούν αλόγα και να κατατάσσονται οι νέοι απ΄ αυτούς στο στρατό και να φυλάνε την Εύβοια από τους ληστοπειρατές και άλλους εχθρούς. Το 1363 (8 Ιουνίου) η βενετική Γερουσία διαπιστώνει, ότι «το Νεγρεπόντε (η πόλη) και ολόκληρο το νησί (τής Εύβοιας) έχουν εποικισθεί και τα εισοδήματα από τους φόρους είναι πολύ αυξημένα»· (βλ. Thiriet, Regestes, I, σελ. 105, αρ. 408). Από την Εύβοια οι Αλβανοί μετανάστευσαν στην Άνδρο και σ΄ αλλά νησιά.
Σ΄ όλη λοιπόν την Ελλάδα, από στόμα σε στόμα, διαδόθηκε πως οι Αλβανοί, που φημίζονταν ως καλοί στρατιώτες - πολεμιστές, ήταν καί καλοί καλλιεργητές. Γι΄ αυτό άρχισαν από παντού οι φεουδάρχες να καλούν Αλβανούς καλλιεργητές στα κτήματά τους.
Μιά μαρτυρία ενός Γάλλου γιατρού τής εποχής: «Στην Αράχωβα κατοικούν Έλληνες κι Αρβανίτες μ΄ ένα Τούρκο σούμπαση.» (Spon, περιοδείες 1674-1676).
Οι Αλβανοί σε Πελοπόννησο και Αργοσαρωνικό
Το 1397 60.000 Τούρκοι υπό τον Εγιούπ-Πασά, κατά τους σύγχρονους χρονογράφους, επέδραμαν στην «παλαιάν και ονομαστήν πόλιν τού Άργους πολεμήσαντες έλαβον και υπέρ τας τριάκοντα χιλιάδας αιχμαλώτους λαβόντες εν τη Ασία αποίκους εποίησαν και τα τείχη αυτής χαλάσαντες έρημον κατέλιπον.» Μετά την αποχώρηση των Τούρκων εισέρρευσε πλήθος Αλβανών στον σχεδόν έρημο τόπο, οι οποίοι και την μητρική τους γλώσσα μετέδωσαν και τις πλείστες θέσεις και χωριά μετονόμασαν με τα επώνυμα των προκριτέρων Αλβανικών οικογενειών, τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι την πρόσφατη αλλαγή των περισσοτέρων από το σύγχρονο εθνικό ελληνικό κράτος.
Τον καιρό, που κυβερνούσε το Βυζάντιο ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο δεσπότης τού Μυστρά, Μανουήλ Καντακουζηνός, εξ αιτίας, που στην Πελοπόννησο είχε αραιωθεί πολύ ο αγροτικός πληθυσμός από τις επιδρομές των Φράγκων και Τούρκων και σε πολλές περιοχές τα χωράφια και αμπέλια έμειναν ακαλλιέργητα, έστειλε απεσταλμένους στην Αλβανία και κάλεσε 10.000 χιλιάδες Αλβανούς, που ήρθαν με τις οικογένειές τους και εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο. Ίδρυσαν χωριστούς συνοικισμούς και δούλευαν στα κτήματα των φεουδαρχών για ένα κομμάτι ψωμί.
Ύστερα από μερικά χρόνια, όταν δεσπότης τού Μυστρά ήταν ο Θεόδωρος Α΄ (ο γιος τού αυτοκράτορα τού Βυζαντίου Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου), ο Θεόδωρος κάλεσε αλλες 10.000 αλβανικές οικογένειες και τις εγκατέστησε στις διάφορες περιοχές τού Δεσποτάτου. (Βλ. Ε. Legrand, «Lettres de l΄empereur Manuel Paleologue», Paris, 1893, σελ. 40-41).
Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος, στον επιτάφιο προς τον αυτάδελφό του Θεόδωρο Παλαιολόγο, μας δίνει αξιοπρόσεκτες πληροφορίες για την μετοίκηση χιλιάδων Αλβανών στην Πελοπόννησο: «Αλλά και Ιλλυριοί περί μυριάδα αθρόοι μετοικήσαντες άμα παισί και γυναιξί και θρέμμασι τον Ισθμόν κατέλαβον αυτού δε πηξάμενοι τας σκηνάς και τας κλισίας εκτείναντες αυτοί καθ΄ εαυτούς ήσαν άγγελοι. Ούτως εξαίφνης παρεγένοντο· είτα μηδόλως μελλήσαντες πρεσβείαν πάνυ λαμπράν προς όν αφικνούντο πέμψαντες επυθάνοντο τίποτ΄ αν είη το δοκούν εκείνω περί αυτού, και εισιέναι και μείναι και άπερ άν όδε γνοίη πράττειν αυτούς. Ο δε δέχεται τους πρέσβεις ασμένως και καλώς παρ΄ εαυτόν τους εξηγουμένους των άλλων και φιλοφρονησάμενος αυτούς παραγεγονότας δεξιώς άγαν και τής εμφύτου γεύσας γλυκύτητος επισπάται τας εαυτών γνώμας· μήτε δ΄ όμηρα λαβών μήτε εγγύας αιτήσας όρκοις ηρκέσθη τοις παρ΄ αυτών, καίπερ οι πλείους παρήνουν μηδαμώς αυτούς εόξασθαι το τε πλήθος δεδιότες και το έθεσιν ετέροις εκείνους ζην υποπτεύοντες αίτιον σκανδάλου γενήσεσθαι... Κτάται τοιγαρούν στρατιάν τοιαύτην ουκ άπειρον μεν τραυμάτων, αγαθήν δε τα πολέμια» (Λάμπρου: «Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά», τ. Β΄, σ. 41 - 42).
Από τα παραπάνω έχουμε επίσημη ομολογία, πως οι Αλβανοί στα χρόνια αυτά δεν ήρθαν σαν επιδρομείς, αλλά σαν σύμμαχοι. Προσκλήθηκαν από το δεσπότη τής Πελοποννήσου Θεόδωρο Παλαιολόγο και εγκαταστάθηκαν στις ρημαγμένες από τους Φράγκους και Καταλάνους περιοχές. Κι έτσι, εξόν που σαν κτηνοτρόφοι και γεωργοί πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, πολλοί απ΄ αυτούς υπηρέτησαν και ως μισθοφόροι τους Παλαιολόγους.
Αργότερα, οι Αρβανίτες τής Πελοποννήσου αντιτάχτηκαν στις εισβολές και επιδρομές των Τούρκων και όταν οι Τούρκοι αποφάσισαν να καταλάβουν την Πελοπόννησο, ήταν σχεδόν οι μόνοι, που αντιστάθηκαν και πολέμησαν.
Όταν διαλύθηκε το Δεσποτάτο τής Ηπείρου, ο Νικηφόρος Δούκας (απόγονος των Αγγέλων Κομνηνών), προσπάθησε να ξαναϊδρύσει το Δεσποτάτο, αλλά οι Αλβανοί το 1358 επιτέθηκαν, τον νίκησαν και ίδρυσαν δικό τους κράτος. Ηγεμόνας τού κράτους αυτού ήταν ο Γκίνης ή Ιωάννης Μπούας (Σπάτας), Αυτός κατέλυσε την Άρτα και την περιοχή της, καθώς και την Αιτωλοακαρνανία και έδιωξε τους Ανδευαγούς από την κεντρική Ελλάδα. Έτσι, ο Αλβανός πρίγκιπας, κατέχοντας τη Ναύπακτο, κρατούσε το ένα από τα κλειδιά τού Κορινθιακού κόλπου.
Την ίδια πάνω κάτω εποχή και ο βασιλιάς τής Αραγωνίας, που εξουσίαζε τα φραγκικά δουκάτα τής ανατολικής κεντρικής Ελλάδος, κάλεσε Αλβανούς και Έλληνες να ΄ρθουν και να εγκατασταθούν στην ανατολική Στερεά, γιατί και στην περιοχή αυτή ο αγροτικός πληθυσμός είχε αραιωθεί πολύ από τις καταπιέσεις, τα θανατικά, τις εισβολές των ξένων στρατών κ.λπ.. Υποσχέθηκε μάλιστα, πώς για δυό χρόνια θα είναι απαλλαγμένοι από τα καθιερωμένα δοσίματα (φόρους σε είδος ή χρήμα).
* * * Οι Αλβανοί επήλυδες, που ασκούσαν ποιμενικό βίο, επεκτάθηκαν στις πεδιάδες τής Ήλιδας, τής Αχαΐας και της Μεσσηνίας, γρήγορα όμως, βρέθηκαν στην ανάγκη να αναζητήσουν καταφύγιο κατά τις θερινές περιόδους σε δροσερότερα μέρη τής Πελοποννήσου κι ιδιαίτερα στην ορεινή Αρκαδία. Στα μέσα τού 15ου αιώνα οι Αλβανοί τής Πελοποννήσου διέθεταν ήδη πάνω από 30.000 άντρες των όπλων.
Ύστερα από διάφορα επεισόδια με τους Τούρκους, ορισμένοι Αλβανοί, φθίνοντος τού 15ου αιώνα, πέρασαν το Αραχναίο (άλλοι πήγαν στη Μάνη) και ξεχύθηκαν στην παραλία τής Ερμιονίδας και τής Τροιζήνας κι από εκεί πέρασαν στα κοντινά -έρημα λόγω των πειρατικών επιδρομών- νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Πόρο. Όλες αυτές οι αλβανικές οικογένειες είχαν ως μητρική γλώσσα την αλβανική, την οποία σχεδόν καθιέρωσαν στα νησιά αυτά, όπως μαρτυρούν εξ άλλου και τα τοπωνύμια, όπως π.χ. Πόρτο Χέλι (χέλι στα αλβανικά σημαίνει οβελός, σούβλα), αλλά και τα ανθρωπωνύμια, όπως Μπότασης (από τις αλβανικές λέξεις bote=άργιλος, χώμα και chi=βροχή).
Σε ένα τουρκικό κατάστιχο περιέχονται ποσοτικά δεδομένα για τον πληθυσμό τής Πελοποννήσου τον 15ο αιώνα, που μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μιά ιδέα για τους οικισμούς τής εποχής εκείνης, τουλάχιστον στη βορειοδυτική ζώνη τής Πελοποννήσου. Πρόκειται για ένα αναλυτικό κατάστιχο τιμαρίων (mufassal defter) τού 1461/1463, το οποίο αναφέρεται σ΄ ένα τμήμα τής σημερινής Αχαΐας και Ηλείας, μας δίνει δηλαδή μιά εικόνα τής περιοχής ακριβώς μετά την κατάκτηση τής χώρας από τους Τούρκους το 1460. Το κατάστιχο αυτό σώζεται στη βιβλιοθήκη «Κύριλλος και Μεθόδιος» τής Σόφιας. (Βλ. P. Assenova - R. Stojkov, Th. Kacori: «Prenoms, noms de famille et noms de localite dans le Nord-Ouest du Peloponnese vers la moitie du XVe siecle», Annuaire de l΄Universite de Sofia. Faculte des Philologies Slaves 68, αρ. 3, 1975, σελ. 213-297. Βλ. επίσης των ιδίων: «Oikonymes et anthroponymes du Peloponnese vers la moitie du XVe siecle», Actes du XVe Congres International des Sciences Onomatiques - Sofia, 1972- Ι, Sofia 1974, sel. 69-72).
Σύμφωνα με το παραπάνω κατάστιχο, οι Έλληνες τής περιοχής ήταν λιγότεροι από τους Αλβανούς: καταμετρούνται 1.742 ελληνικές οικογένειες και 1.836 αλβανικές. Περισσότερα στοιχεία μπορείτε να βρειτε στο βιβλίο τού Βασίλη Παναγιωτόπουλου: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», (έκδ. Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική Τράπεζα τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987), απ΄ όπου προέρχονται και οι πιο πάνω συγκεντρωτικοί πίνακες.
Αναλυτικά στοιχεία για όλα τα χωριά τής ΒΔ Πελοποννήσου μπορείτε να δείτε στο Παράρτημα “Α” (κάντε κλίκ εδώ). Στη στήλη (γ) σημειώνονται με το γράμμα Ε τα ελληνικά και με το γράμμα Α τα αλβανικά χωριά. (Για την περιοχή τής Αχαΐας για παράδειγμα, το ποσοστό των οικισμών με αρβανίτικο όνομα είναι 74,5%).
Τέλος Α΄ μέρους άρθρου.
Διαβάστε το Β΄ μέρος τού άρθρου κάνοντας κλικ εδώ.
ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΑΤΟΗ,
ΣΤΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙ
ΚΑΙ ΤΗ ΛΟΥΤΣΑ...
Οι αλβανικοί μεσαιωνικοί
εποικισμοί στον ελλαδικό χώρο
Αλβανική -κι όχι ελληνική-
η καταγωγή των Αρβανιτών
Κύρια προσπάθεια τής επιχείρησης δημιουργίας ελληνικής εθνικής ταυτότητας από επίσημους και μη φορείς τής Ρωμιοσύνης από τον 19ο αιώνα και εντεύθεν αποτέλεσε η προσπάθεια «απόδειξης» τής φυλετικής καθαρότητας, δηλαδή τής συνέχειας των σημερινών κατοίκων τού ελλαδικού χώρου στο χρόνο και στο χώρο. Εργασίες - μελέτες από κύκλο λογίων τής εποχής, που δημοσιεύτηκαν κατά κόρον σε διάφορα περιοδικά (Παρνασσός, Ελληνομνήμων, κ.ά.), εξακολουθούν δε αυτούσιες ή παρόμοιες να δημοσιεύονται σε εθνικιστικά περιοδικά και ιστοσελίδες ακόμα και σήμερα, αφιερώθηκαν σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να αποδοθεί η προέλευση αρβανίτικων, σλάβικων, τούρκικων κ.λπ. λέξεων, ονομάτων και τοπωνυμίων σε δήθεν παραφθορές τής αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
Στη νεοελληνική παιδεία στοχοποιήθηκε ο «ανθέλληνας» Φαλμεράγιερ, παρ΄ όλο, που δεν είναι ο μόνος· το σύνολο των περιηγητών (αρχαιολατρών, ιστορικών, απεσταλμένων ξένων κυβερνήσεων κ.λπ.) των μεσαιωνικών χρόνων περιγράφουν την μεγάλη έκταση των εποικισμών στην περιοχή. Απάντηση σε όλους αυτούς επιχείρησε να δώσει ο ιστορικός τής Ρωμιοσύνης, Κ. Παπαρρηγόπουλος (βλ. K. Παπαρρηγόπουλος: Ο “εγκέφαλος” τής απάτης τού “ελληνοχριστιανισμού”) γράφοντας περί τής δήθεν συνέχειας και τής φυλετικής ενότητας των κατοίκων τού ελλαδικού χώρου στη διαδρομή τής Ιστορίας. Η αμφισβήτηση τού κυρίαρχου αυτού ιστοριογραφικού μοντέλου στην επιεικέστερη εκδοχή της επιχειρήθηκε να παρουσιασθεί ως προερχόμενη από ήσσονος αξίας ιστορικούς και στην αυστηρότερη ως εθνική προδοσία.
Καμμία φυλή όμως, ούτε κανένας λαός στις μέρες μας είναι φυλετικά καθαρός. Στον ελλαδικό χώρο ειδικότερα κι εξ αιτίας των βυζαντινών διωγμών, των επιδημιών, των ανεπάλληλων κατακτήσεων και τής πειρατείας, ο αριθμός των ελληνόφωνων Ρωμιών ελαττώθηκε σημαντικά. Έτσι, ο αριθμός των κατοίκων ενισχύθηκε επανειλημμένα στο πέρασμα τής Ιστορίας από ξένους λαούς, στους οποίους τις περισσότερες φορές δόθηκαν από τις εκάστοτε αρχές επί πλέον κίνητρα, προκειμένου να εγκατασταθούν στην περιοχή και να καλύψουν τα πληθυσμιακά κενά.
Θα ξεκινήσουμε στην «Ελεύθερη Έρευνα» την παρουσίαση μιας σειράς μελετών μας σχετικών με τους εποικισμούς (αλβανικών, σλάβικων, τούρκικων κ.ά) στην περιοχή, που εκτείνεται το σημερινό ελληνικό κράτος.
Η αρχή γίνεται με την παρουσίαση των αλβανικών εποικισμών.
Γενικά ιστορικά στοιχεία για τους Αλβανούς
Από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς γίνεται πολύς λόγος για Ιλλυριούς, που κατοικούσαν από την περιοχή τής Βορείου Ηπείρου μεχρι τη σημερινή Κροατία και Σερβία. Οι Ιλλυριοί αποτελούνταν από διάφορα φύλα, τους Ταυλάντιους, τους Δερρίποες, τούς Δαλματούς, τους Αρδιαίους ή Ουαρδαίους κ.ά., καθώς και το πιο νότιο φύλο, τους Αλβανούς. Από την αρχαιότητα ως τα πρώτα χρόνια τού περασμένου αιώνα οι Αλβανοί ήταν σκλαβωμένοι σε άλλες αυτοκρατορίες και δεν είχαν καταφέρει να σχηματίσουν ενιαίο και ανεξάρτητο βασιλειο. Τον 4ο αιώνα π.Χ., ο βασιλιάς Βάρδυλλις μετάτρεψε την Ιλλυρία σε αξιόλογη τοπική δύναμη. Οι πιο σημαντικές πόλεις των Ιλλυριών ήταν η Σκόδρα (στη σημερινή Αλβανία) και η Ρίζων (στο σημερινό Μαυροβούνιο). Κατά την αρχαιότητα οι Έλληνες είχαν καταλάβει τα παράλια τής Νότιας Ιλλυρίας. Οι αποικίες, που ίδρυσαν κυρίως οι Αθηναίοι, οι Κορίνθιοι και οι Κερκυραίοι στα παράλια τής Ιλλυρίας αναπτύχθηκαν πολύ. Μερικές μάλιστα πόλεις, όπως η Επίδαμνος (σήμερα λέγεται Durrës = Δυρράχιο), η Απολλωνία (Fier), ο Ωρικός (Orikum), η Αυλώνα (Vlora) κι η Εφύρα ήταν ακουστές, γιατί έγιναν κέντρα ανταλλακτικού εμπορίου και αμοιβαίας πολιτιστικής επίδρασης. Στα χρόνια τής μακεδονοκρατίας οι Ιλλυριοί υποτάχτηκαν στους Μακεδόνες και αργότερα στους Ρωμαίους, οπότε σιγά-σιγά εκλατινίστηκαν.
Στη διαδρομή των αιώνων οι Ιλλυριοί είχαν στενές σχέσεις (επικοινωνίες, επιγαμίες) με τους Ηπειρώτες καί πολλές φορές ακολούθησαν την ίδια τύχη. Το αρχαίο όνομα των κατοίκων τής Αλβανίας αν και διατηρήθηκε ως τα βυζαντινά χρόνια, στα νεώτερα ξεχάστηκε. Από τίς πηγές που έφτασαν ως εμάς ξέρουμε, πως ο Έλληνας γεωγράφος Πτολεμαίος τού 2ου μ.Χ. αιώνα μνημονεύει μια αλβανική φυλή, καθώς και μια αλβανική πόλη, την Αλβανόπολη (το σημερινό αλβανικό χωριό λίγο έξω από τα Τίρανα, Άρβανα). Με τον ερχομό των σλαβικών φύλων τον 7ο αιώνα στα Βαλκάνια, πολλά ιλλυρικά φύλα τού βορά εξαφανίστηκαν, ενώ άλλα καταπιέστηκαν και συγχωνεύτηκαν. Έτσι, σταδιακά, το όνομα Ιλλυριοί αντικαταστάθηκε με το όνομα Αλβανοί από τα λίγα φύλα, που επιβίωσαν. Οι Έλληνες τους κατοίκους τής Αλβανίας τους έλεγαν όχι μόνον Αλβανούς, αλλά και Αρβανούς και Αρβανίτες, οι δυτικοί Arbanenses ή Albanenses, ενώ οι Τούρκοι Αρναούτ. Αργότερα πρόβαλε ένα άλλο όνομα, το Σκιπετάρ, που ακόμα οι γλωσσολόγοι δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν για την ετυμολογία του. Επειδή η Αλβανία κατακτήθηκε από ξένους λαούς, η σημερινή αλβανική γλώσσα έχει πολλές λέξεις ρωμαϊκές - λατινικές, βενετσάνικες, ελληνικές και τουρκικές.
Η Αλβανία στη βυζαντινή περίοδο απο τη μια μεριά με το να είναι τόπος βουνήσιος και άγονος και από την άλλη με το να είναι μακριά από τα τότε εμπορικά κέντρα και σταυροδρόμια έμεινε καθυστερημένη. Η βυζαντινή κυβέρνηση δεν ενδιαφέρθηκε για την Αλβανία, όπως γιά άλλες επαρχίες κι έτσι οι Αλβανοί έμειναν πολύ πίσω. Αποτελούσαν ξεχωριστές κοινωνικές ομάδες, που λέγονταν φάρες. Αρκετοί Αλβανοί πάντως υπηρέτησαν στο βυζαντινό στρατό και πολλοί ήταν στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι. Μάλιστα μερικοί απ΄ αυτούς πήραν μεγάλα αξιώματα. Βυζαντινολόγοι δέχονται, πως ο αυτοκράτορας τού Βυζαντίου Αναστάσιος Α΄ ήταν Αλβανός, καθώς και η οικογένεια τού Ιουστινιανού. (Βλ. Ούτε ένας Έλληνας βυζαντινός αυτοκράτορας!)
Όπως και στις άλλες περιοχές τής Βαλκανικής, έτσι και στην Αλβανία σημειώθηκαν μεγάλες εθνογραφικές μεταβολές από την εισβολή διαφόρων φυλών, όπως κυρίως των Σλάβων. Ο αρχαίος πληθυσμός της ανακατώθηκε με τους λαούς που εισέβαλαν από τον 4ο αιώνα κι ύστερα από το βορά στο έδαφός της. Τον 7ο αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Αλβανία Σέρβοι καί Βούλγαροι, που με τις επιγαμίες τους με τους ντόπιους άσκησαν μεγάλη επίδραση. Από την εποχή αυτή και μετά η πολιτιστική αλληλεπίδραση Αλβανών και Σλάβων είναι φανερή κι εκδηλώνεται στα διαμορφωθέντα ήθη καί έθιμα. Η Αλβανία για μια ορισμένη εποχή πέρασε και στην κατοχή των Βουλγάρων, τον 11ο όμως αιώνα, ο αυτοκράτορας Βασίλειος έδιωξε τους Βούλγαρους από την Αλβανία.
Στα χρόνια τής παρακμής τού Βυζαντίου, η Αλβανία ξέφυγε από τον έλεγχο τής βυζαντινής κυβέρνησης, οπότε τον 12ο αιώνα σχηματίστηκαν δύο ανεξάρτητα αλβανικά πριγκηπάτα με επικεφαλής τούς αδελφούς Προγγόνη και Γκίνη, ο οποίος λεγόταν από τους βυζαντινούς Ιωάννης Μπούας ή Σπάτας. Αργότερα, όταν σχηματίστηκε η λατινική αυτοκρατορία, η Αλβανία μαζί με την Ήπειρο και τη δυτική κεντρική Ελλάδα ανήκαν στο δεσποτάτο τής Ηπείρου, ενώ ορισμένες μόνον παράλιες πόλεις της ήταν κτήσεις τής Βενετίας. Στα κατοπινά χρόνια, όταν η βαλκανική αναστατώθηκε από ξένες επιδρομές και πολέμους, η Αλβανία είδε να πηγαινοέρχονται στόλοι και στρατοί των εμπολέμων. Ως εκείνη την εποχή δεν είχαν σημειωθεί ομαδικές μετακινήσεις Αλβανών προς τις νοτιότερες περιοχές. Από τα μέσα όμως τού 14ου αιώνα πολλοί Αλβανοί μετακινούνται προς τη Θεσσαλία και στο τέλος τού ίδιου αιώνα και τον 15ο, ακόμα νοτιότερα, στην κεντρική Ελλάδα, Πελοπόννησο, νησιά Αργοσαρωνικού και Αιγαίου. Ο Σπυρίδων Λάμπρου, σε μιά σχετικά σύντομη μελέτη του, θεωρεί τούς Αρβανίτες τής Θεσσαλίας λιγότερους από 10.000, αλλά χαρακτηρίζει μιά μεταγενέστερη εποίκισή τους «έτι πολυπληθεστέρα», («Η ονοματολογία τής Αττικής και η εις την χώραν εποίκισις των Αλβανών», Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, Επετηρίας, τόμ. Α΄, σελ. 166, 1897.)
Οι Αλβανοί συνίστανται από δύο διακεκριμένους κλάδους. Τους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες. Οι Γκέγκηδες είναι ψηλοί με σκοτεινό χρώμα τριχών, ενώ οι Τόσκηδες είναι κοντύτεροι, λιγότερο βραχυκέφαλοι και με ανοικτό χρώμα τριχών. Οι αλβανικές αποικίες στην Ελλάδα συνίστανται αποκλειστικά από Τόσκηδες. Ο κλάδος αυτός διαιρείται σε πολλές φατρίες: Τους κυρίως Τόσκηδες, τους Τσάμηδες και τους Λιάπηδες.
* * *
Παλαιότερα υποστηρίχτηκε, πως οι Αλβανοί ήρθαν στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν μάλιστα πολλοί στη Μάνη, από τον 8ο και 9ο αιώνα. (Βλ. μελέτη Σ.Γ. Παναγιωτόπουλου, στο περ. «Εβδομάς», τ.4, 1884, σ. 113 και ΚανελλΙδη, στο ίδιο περιοδικό, τ.4, 1887, φύλ. 37, σελ. 1-3, φύλ. 38, σελ. 3 - 4 και φύλ. 39, σελ. 1). Πρίν όμως από αυτούς, ο Σάθας διατύπωσε τη γνώμη, πως οι Αλβανοί είχαν έρθει στην Πελοπόννησο από τον 7ο αιώνα και πως οι αναφερόμενοι από τους βυζαντινούς, Σλάβοι και Άβαροι, ήταν Αλβανοί. («Μνημεία τής ελληνικής ιστoρίας», πρόλογοι τόμ. Ι και ΙV).
Η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Ρούμελη, η Αττική, η Μεγαρίδα, το μεγαλύτερο μέρος τής Βοιωτίας, η Πελοπόννησος (όλη η Αργολίδα και η Κορινθία μέχρι την ανατολική Αχαΐα και τη βόρεια Αρκαδία, οι πλαγιές τού Ταΰγετου -Βαρδούνια-, Κάβο Μαλιά -Βάτικα-, βόρεια Καρύταινα, Πύλος, Κορώνη), η νότια Εύβοια και πολλά νησιά (Άνδρος, όλη η Ύδρα, όλες οι Σπέτσες, όλη η Σαλαμίνα, μέρος τής Αίγινας, καθώς και πολλά νησιά τού Αιγαίου, π.χ. Κέα, Κύθνος, Σκόπελος, Ίος, Σάμος, Κάσος κ.ά.) γέμισαν από Αλβανούς, πολλοί από τους οποίους ακόμα και σήμερα μιλούν την αλβανική (αρβανίτικα). (Βλ. Σπυρ. Λάμπρου: «Η ονοματολογία τής Αττικής και η εις την χώραν εποίκησις των Αλβανών» στην «Επετηρίδα Συλλόγου Παρνασσού», τ. 1, 1896, Μ. Λαμπρινίδου: «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», Αθήνα, 1907, Ιωάννη Χρ. Πούλου: «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κορινθίαν», Αθήνα, 1950, Π. Φουρίκη: «Μελέτες και άρθρα», στη «Λαογραφία», τ. 9, 1926, σελ. 507-563, στο περιοδ. «Αθηνά», τ. 40, 1928, σελ. 26-59 και τ. 43, 1931, σελ. 3 και πέρα, στο «Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος», 1922, σελ. 404-420), Δ. Πασχάλη: «Οι Αλβανοί εις τας Κυκλάδας», στο «Ημερολόγιο Μεγάλης Ελλάδος», 1934, σελ. 262-282.)
Πλήθος Αλβανών κατέκλυσαν και τα Ιόνια. Σύμφωνα με τον Ουίλλιαμ Μίλλερ, έως το 1470, είχαν έλθει 15.000 στη Λευκάδα από την Ήπειρο και 10.000 στη Ζάκυνθο. («Ιστορία τής Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι», τόμ. III, σελ. 47.) Το 1528 ο Αλβανικός πληθυσμός τής Ζακύνθου είχε αυξηθεί στα 17.255 άτομα.
Ο μεσαιωνοδίφης Κ. Σάθας, ανακάλυψε στα αρχεία τής Βενετικής Δημοκρατίας έγγραφα και διατάγματα, που μας μιλούν γι΄ αυτές τις αλβανικές μεταναστεύσεις. Σύμφωνα με αυτά, στις 30.4.1541, αποφασίστηκε από την Βενετική Γερουσία η εγκατάσταση τεσσάρων σωμάτων Αρβανιτών με αρχηγούς τους Παύλο Μπούα, Ρεπούση Μπουζίκα, Γιώργο Γκερμπέση και Αλέξη Γκαμπριέρα στις Βενετικές κτήσεις τής Κρήτης, Ζακύνθου, Κεφαλλονιάς και Κέρκυρας.
Η κατάληξη -ατ είναι αθροιστική και σημαίνει τους οικιστές, όταν τη βρίσκουμε σε ονόματα χωριών, ή ολόκληρη μία φάρα Αρνανιτών. Επικράτησε στην Κεφαλλονιά με τον τύπο -άτα, από τους πρώτους Αρβανίτες εποίκους, που εγκαταστάθηκαν εκεί κατά τις αρχές τού 16ου αιώνα. Στο χάρτη εικονίζεται ένα μέρος τής Κεφαλονιάς· όλα τα τοπωνύμια είναι σε -άτα, εκτός μιάς Παναγιάς και μιάς Αγίας Ευφημίας.
Μέχρι σήμερα συναντάμε στα μέρη αυτά Αρβανίτικα ονόματα. Στην Κρήτη: Κούντουρος, Βρεττός κ.λπ.. Στη Ζάκυνθο: Σιγούρος (Σγούρος ή Σγουρός), Μάτεσης, Δούσμανης, Μάρμορης, Κόκλας κ.λπ.. Στην Κεφαλλονιά υπάρχουν ολόκληρα Αρβανιτοχώρια: Κομποθεκράτα (Κομποθέκρα), Μουζακάτα (Μουζάκι), καθώς και ονόματα, όπως Μενάγιας, Λουκίσιας.
Στην Κεφαλλονιά πρωτοκατέβηκαν οι Αρβανίτες με άδεια τής Βενετσάνικης Διοίκησης τον Μάιο τού 1502 με αρχηγούς τον Γιάννη Σπάτα, Σγούρο Καγκάδη Μπούα, Θόδωρο Μαρκεζίνη, Νικόλα Μενάγια κ.λπ.. (Κ. Σάθα: «Ελληνικά ανέκδοτα», τόμ. Α΄). Ο Θόδωρος Μπούας Γρίβας εποίκισε στα 1502 επίσης, την σχεδόν έρημη κι ακατοίκητη Ιθάκη.
«Ο Μαραθών, αι Πλαταιαί, τα Λεύκτρα, η Σαλαμίς, η Μαντινεία, η Είρα και η Ολυμπία κατοικούνται νυν από Αλβανών και όχι υπό Ελλήνων. Ακόμη και εις τας οδούς των Αθηνών, καίτοι διατελούσης ήδη τόσων χρόνων πρωτευούσης τού Ελληνικού βασιλείου, η Αλβανική γλώσσα ακούεται ακόμη μεταξύ των παιδίων των παιζόντων εις τους δρόμους παρά τον ναόν τού Θησέως και την πύλην τού Αδριανού». (Γεωργίου Φίνλεϋ: «Ιστορία τής ελληνικής επαναστάσεως», μετάφραση: Αλ. Παπαδιαμάντη, τ. Α΄, κεφ. Β΄, σελ. 74, έκδ. «Ίδρυμα τής Βουλής των Ελλήνων», Αθήνα, 2008).
Παρακάτω θα εξετάσουμε τους αλβανικούς αυτούς εποικισμούς αναλυτικότερα.
Γενική παρακμή - ερήμωση τού ελλαδικού χώρου
Στην Αθήνα, οι ανασκαφές τής Αγοράς απέδειξαν, ότι υπήρξαν εκτεταμένες καταστροφές γύρω στο 580 κι ύστερα μια περίοδος πρόχειρων καταλυμάτων, πού διάρκεσε μέχρι το δεύτερο μισό τού 7ου αιώνα, Στή συνέχεια η περιοχή τής Αγοράς εγκαταλείφθηκε τελείως και ο οικισμός περιορίστηκε στην Ακρόπολη και σε ένα μικρό οχυρωμένο περίβολο προς τη βόρεια πλευρά της.
Στην Κόρινθο, πολλοί από τους κατοίκους της κατέφυγαν στην Αίγινα περί το 580, ενώ η βυζαντινή παρουσία διατηρήθηκε στο απρόσιτο φρούριο τής Ακροκορίνθου. Στήν υπόλοιπη Πελοπόννησο όλες οι πόλεις εξαφανίστηκαν. Ο Cyriaco de Pizicolli, γνωστός ως Κυριακός ο Αγκωνίτης, Καλαβρός αρχαιολάτρης περιηγητής τού ιε΄ αιώνα περιγράφει ως εξής τη Σπάρτη: «Είδαμε τα ερείπια μεγάλης πολιτείας, περιφανή αγάλματα, μαρμαρένιους κίονες και επιστύλια σκορπισμένα εδώ κι εκεί στους αγρούς. Από τα μέγιστα κι επιφανέστατα κτίρια απόμειναν το γυμναστήριο από λείο μάρμαρο και πολλά μαρμάρινα βάθρα αγαλμάτων».
Για την κεντρική Ελλάδα οι μαρτυρίες που έχουμε είναι σποραδικές. Στις Βοιωτικές Θήβες δεν υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη αστικής ζωής ανάμεσα στον 6ο και το δεύτερο μισό τού 9ου αιώνα. Οι Φθιώτιδες Θήβες στη θεσσαλική ακτή καταστράφηκαν στο τέλος τού 6ου ή τον 7ο αιώνα. Ούτε μία παλαιοχριστιανική εκκλησία δεν έμεινε όρθια σε όλη την Ελλάδα με εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη και την Πάρο. Δεν υπάρχει κανένα δείγμα οικοδομικής δραστηριότητας ανάμεσα στο 600 περίπου και στα πρώτα χρόνια τού 9ου αιώνα.
Η Θεσσαλονίκη, έδρα τού έπαρχου τού Ιλλυρικού, παρέμεινε σε βυζαντινά χέρια σε όλη τη διάρκεια των σκοτεινών αιώνων. Τα τείχη της, πού πιθανόν χτίστηκαν περί το 450, περιέκλειαν μια σημαντική έκταση: περίπου 1.750 μέτρα από τα ανατολικά προς τα δυτικά και 2.100 μέτρα από βορρά προς νότο. Πέντε φορές πολιορκήθηκε από τους Σλάβους και τους Αβάρους κι επανειλημμένα προσβλήθηκε από το λοιμό και την πείνα.
Πολλές ιστορικές πηγές αναφέρουν πολλαπλά κρούσματα πανώλης σε πολλά μέρη τού ελλαδικού χώρου. Ειδικά τo 746 η πανούκλα, που μεταδόθηκε στην Ελλάδα και την Ιταλία εξολόθρευσε τον ελληνικό πληθυσμό. Ο αυτοκράτορας τού Βυζαντίου, Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μνημονεύοντας το γεγονός τού λοιμού και κάνοντας λόγο για την τότε κάθοδο των Σλάβων γράφει, πως «εσλαβώθη πάσα η χώρα» («Περί θεμάτων», ΙΙ, 3). (Για τους σλάβικους εποικισμούς στον ελλαδικό χώρο θα παρουσιασθεί ειδική σχετική μελέτη προσεχώς στην «Ελεύθερη Έρευνα».) Στη «λειψανδρία» αναφέρεται κι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία τού ελληνικού έθνους» (τόμ. Δ΄, σελ. 391). Το 1348 η πανούκλα, που έμεινε γνωστή στη μεσαιωνική ιστορία σαν μαύρος θάνατος, θέρισε τη Μεσόγειο και ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, από τη Μόσχα ως τη Φλάνδρα. Οι πληθυσμοί των ελληνικών ακτών και των νήσων αποδεκατίστηκαν και πάλι.
Από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα υπήρξε θαλασσοκρατία των Αράβων, οπότε η πειρατεία στις ελληνικές θάλασσες είχε λάβει τρομακτικές διαστάσεις. Η Κρήτη έχει μεταβληθεί από το 823 σε ορμητήριο των Αράβων πειρατών, που ερήμωσαν τα νησιά τού Αιγαίου και τις ηπειρωτικές ακτές. Πολιορκήθηκε η Πάτρα. Η Νικόπολη δέχθηκε επίθεση. Η Αίγινα καταστράφηκε. Η Πελοπόννησος λεηλατήθηκε, εξαφανίστηκε η Δημητριάς. Το 904 οι Σαρακηνοί πειρατές κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη κι αιχμαλώτισαν 22.000 ανθώπους.
Ο Λέων Χοιροσφάκτης, πρεσβευτής τού Βυζαντίου στους Άραβες τής Μάλτας, τής Ταρσού και τής Βαγδάτης, υπερηφανευόταν, ότι κατόρθωσε να εξαγοράσει (πέτυχε «αλλάγιον») εκατόν είκοσι χιλιάδες αιχμαλώτους, που είχαν συλληφθεί κατά τις επιδρομές των πειρατών στα εδάφη τής αυτοκρατορίας. Τη θαλασσοκρατία των Αράβων ακολούθησαν οι νορμαδικές επιδρομές και οι σταυροφορίες. Η πειρατική δράση ξανάρχισε ακολουθώντας την πορεία των δραματικών γεγονότων, που συντάραξαν την ανατολική λεκάνη τής Μεσογείου. Έτσι και κατά τον 12ο αιώνα ήταν αβέβαιη η έκβαση τού ταξιδιού στο Αιγαίο. Τότε, η Αττική βρισκόταν στο έλεος των πειρατών, Τούρκων, Λατίνων και Ελλήνων. Οι αυτοκρατορικές φυλακίδες δεν περιπολούσαν πιά στο Σαρωνικό και τον Ευβοϊκό και οι παράκτιες φρουρές ήταν τόσο αραιές, που αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν τις επιδρομές.
Ορμητήρια των κουρσάρων ήταν η Αίγινα, η Σαλαμίνα και η Μάκρη (πρόκειται για την απέναντι τού Λαυρίου, Μακρόνησο, όπου υπήρχε μονή τού Αγίου Γεωργίου). Η Αίγινα είχε ερημωθεί. Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει το νησί κι όσοι απέμειναν συνεργάζονταν με τους πειρατές. Ασύδοτοι αποβιβάζονταν στις ακτές τής Αττικής, απογύμνωναν και αιχμαλώτιζαν τους κατοίκους και ακρωτηρίαζαν ή ρινοκοπούσαν όσους δεν μπορούσαν να προσφέρουν λύτρα. Κλάδευαν τα χέρια των ανθρώπων «σαν ξερόκλαδα». Και γέμισε ο τόπος από «χειροτμήτους» και «ρινοτμήτους». Κι είχαν τόσο αποθρασυνθεί, που εισχωρούσαν και στα μεσόγεια. Οι πειρατικές επιδρομές είχαν ξεκληρίσει τους πληθυσμούς των νησιών και των παραλιακών περιοχών τής ηπειρωτικής Ελλάδας.
Μεταξύ 1480 και 1546 η πόλη των Αθηνών είχε ξεκληρισθεί από επιδημίες, όπως προκύπτει από το ανώνυμο χρονικό τής Οξφόρδης (Ectesis chronica and chronicon Athenarum, London, 1902.) Οι ιστορικοί συμφωνούν: Η Αθήνα είχε απολησμονηθεί εξ αιτίας τού ιστορικού κενού τόσων αιώνων. Ήταν ένα ασήμαντο κάστρο τής φραγκοκρατίας. Ως το τελευταίο τέταρτο τού 17ου αιώνα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη για τους ξένους. Όλοι πίστευαν, πως αποτελούσε ένα σωρό ερειπίων, άν δεν είχε ολότελα εξαφανισθεί. Έγραφε το 1675 ο Guillet: «Είχα διαβάσει κι είχα χίλιες φορές ακούσει, πως η Αθήνα ήταν ένας έρημος τόπος» (Guillet, σελ. 211). Αλλά και και πριν 500 ακριβώς χρόνια βρισκόταν στην ίδια τραγική παρακμή. Όταν ο Μιχαήλ Ακομινάτος ανήλθε στο μητροπολιτικό θρόνο των Αθηνών και μπήκε (το 1175) εν πομπή στην πολιτεία είδε στο «κλεινόν άστυ» χαλάσματα και καλυβόσπιτα εδώ κι εκεί σε πανάθλια στενορύμια. Η Αθήνα, γράφει, ήταν «σωρός ερειπίων οικουμένων υπό ανθρώπων πενομένων».
Ο Ολλανδός περιηγητής Favolius περιέγραφε την πόλη των Αθηνών ως «μιά πολίχνη φτωχών ανθρώπων». (Hodoeporiki byzantini lib. III auctore Hugone Favolio - Lovanii (Excudebat Servatius Sassenus, 1563).
Ένα τουρκοχώρι είδε στην Αθήνα και ο Γάλλος ταξιδιώτης Julien Bordier: «Απ΄ αυτή την πανένδοξη πολιτεία δεν έχει απομείνει παρά ένα θλιβερό τουρκοχώρι, που λέγεται Σετίνα και βρίσκεται στα χέρια ενός αγά». (Η Αθήνα ονομαζόταν Σατίνες ή Σετίνες ή Στίνες. Η Ακρόπολη, Κάστρο. O Πειραιάς λεγόταν Πόρτο-Δράκο ή Πόρτο-Λεόνε από το μαρμάρινο λεοντάρι, που άρπαξαν αργότερα οι Βενετοί.)
Ο Γενοβέζος καπετάνιος Francesco - Maria Levanto σημείωνε στο χρονικό του: «Η σημερινή Αθήνα δεν είναι παρά ένας έρημος, άγονος τόπος, κατασπαρμένος με πέτρες». (Prima parte dello specchio del Mare Mediterraneo dal capitan Francesco - Maria Levanto (In Genova, 1664.)
«Η άλλοτε ένδοξη Αθήνα είναι τόσο ερημωμένη, που φαίνεται απίστευτο, ότι υπήρξε κάποτε ένδοξη. Εγώ, τουλάχιστον, δεν είδα πουθενά φοβερότερο τόπο. Ερημιά, ξεραΐλα, αγκαθιές και βάλτοι.» Εντυπώσεις τού Γάλλου πρεσβευτή, D΄ Aramon, όπως τις κατέγραψε ο γραμματικός του, ο ευγενής Jean Chesneau το 1546. (Jean Chesneau: Le voyage de monsieur d΄ Aramon ambassadeur pour le Roy en Levant, escript par un noble homme Jean Chesneau publie et annote par M. Ch. Schefer (Paris, 1887).
Οι Αλβανοί στη Θεσσαλία
Από τις πηγές που έχουμε βγαίνει το συμπέρασμα, πως ο αλβανικός εποικισμός έγινε ειρηνικά. Οι άποικοι Αλβανοί δεν ήρθαν ως κατακτητές, αλλά αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν άλλοι μεν στην Ήπειρο από το Σέρβο βασιλιά Στέφανο Ντουσάν, που τους είχε στρατιώτες του και τους έδωσε κτήματα και άλλοι προσκαλέστηκαν από τους δούκες και κυβερνήτες τής Θεσσαλίας, Στερεάς και Πελοποννήσου, καθώς και από τους Βενετσάνους, για να καλύψουν τα κενά στις αγροτικές περιοχές.
Αποικίζοντας τη Θεσσαλία [ο όρος Θεσσαλία (=Βλαχιά) την εποχή εκείνη περιλάμβανε όλη τη Μέση Ελλάδα με την Αιτωλία και την Ακαρνανία], την Αττική, την Πελοπόννησο με μεγάλες ομάδες (πατριές) Αλβανών, ήθελαν να καλύψουν τις γεωργικές ανάγκες των μερών αυτών, γιατί δεν υπήρχαν εργατικά χέρια για την καλλιέργεια τής γης.
Εκτός από αυτούς τους λόγους όμως, οι Αλβανοί από τα μέσα τού 14ου αιώνα κι έπειτα αντίκριζαν μεγάλες βιωτικές δυσχέρειες. Οι στρατοί, που πέρασαν από τον τόπο τους, το σταμάτημα των ανταλλαγών στη βορειοδυτική Ελλάδα, η εγκατάλειψή τους από τους κυβερνήτες τού Δεσποτάτου τής Ηπείρου και τού Βυζαντίου, δημιούργησαν σε πολλές περιοχές τής Αλβανίας αφάνταστες βιωτικές δυσχέρειες. Αναγκάστηκαν λοιπον ν΄ αφήσουν τα χωριά τους πολλές φάρες και να κατέβουν στη Θεσσαλία και Ήπειρο, για να βρουν τα μέσα τής συντήρησής τους.
Ο Καντακουζηνός, γράφοντας για τις κινήσεις τού εξόριστου Συργιάννη, δίνει αξιοπρόσεκτες πληροφορίες για τους Αλβανούς τής Θεσσαλίας: «Επιβάς (ο Συργιάννης) νεώς επ΄ Εύβοιαν πλεούσης, εκεί απεκομίσθη πρώτον· έπειτα εκείθεν δια Λοκρών και Ακαρνάνων εις Αλβανούς, οι περί την Θετταλίαν οικούσιν αυτόνομοι νομάδες, διεσώθη κατά φιλίαν παλαιαν, ην προς αυτούς ην πεποιημένος, ότε τής εσπερίας εστρατήγει» (II, 450).
Ο ίδιος πιο κάτω κάνοντας λόγο για τις προσπάθειες τού Ανδρόνικου Γ΄ (1333) να φέρει την τάξη στην κυρίως Ελλάδα, γράφει: «Διατριβόντα δε εν Θετταλία βασιλέα, οι τα ορεινά τής Θεσσαλίας νεμόμενοι Αλβανοί αβασίλευτοι Μαλακάσιοι, Μπούιοι και Μεσαρίται από των φυλάρχων προσαγορευόμενοι, περί δισχιλίους καί μύριους όντες, προσεκύνησαν ελθόντες και υπέσχοντο δουλεύσειν. Εδεδοίκεσαν γαρ μη, χειμώνας επελθόντος, διαφθαρώσιν υπό των Ρωμαίων (Βυζαντινών) α τε πόλιν οικούντες ουδεμίαν, αλλά όρεσιν ενδιατρίβοντες και χωρίοις δυσπροσίτοις, ων αναχωρούντες τού χειμώνας δια το κρύος και την χιόνα, άπιστόν τινα εν τοις όρεσιν εκείνοις νιφομένην, ευεπιχείρητοι έσεσθαι εδόκουν» (ΙΙ, 474).
Άλλη μαρτυρία για την κάθοδο των Αλβανών στη Θεσσαλία και δυτική Στερεά είναι τού Χαλκοκονδύλη, πού φαίνεται έχει υπ΄ όψη του παλαιότερες πηγές: «Αλβανοί δε ωρμημένοι από Επιδάμνου (Δυρραχίου) και το προς εω βαδίζοντες Θετταλίαν τε υπηγάγοντο σφίσι και τής Μεσογείου Μακεδονίας τα πλέω. Αργυροπολίχνην τε και Καστορίαν. Αφικόμενοι δε επί Θετταλίαν την τε χώραν σφίσιν υποχείριον ποιησάμενοι), και τας πόλεις επιδιελόμενοι, κατά σφας ενέμοντο την χωραν, νομάδες τε όντες και ουδαμί έτι βέβαιον σφών αυτών την οίκησιν ποιούμενοι. Επεί δε και εις Ακαρνανίαν αφικόμενοι γνώμη τού ηγεμόνος Ακαρνανίας αφιεμένης αυτοίς τής χώρας, ενέμοντό τε τήνδε την χώραν» (Ι, 196).
Όσο για την Αχαΐα, εκεί γράφει, πως κατοικούσαν Αλβανοί, στους οποίους είχε επιτρέψει ο αυτοκράτορας να εξουσιάζουν τους τόπους, που τους κατείχαν, ως πατρική κληρονομιά. («Ώκουν άνδρες Αλβανοί, υπό βασιλέως συγχωρηθέντες έρχειν τής πατρώας αυτών χώρας», G. Hertzberg: «Ιστορία τής Ελλάδος από τής λήξεως τού αρχαίου βίου έως σήμερον», μετάφραση: Π. Καρολίδου, τόμ. Α΄, σελ. 555.)
Από τις παραπάνω πηγές εξάγεται, πως οι πρώτοι Αλβανοί που ήρθαν στη Θεσσαλία ήταν νομάδες - κτηνοτρόφοι. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στα βουνά και αποτελούσαν χωριστές κοινότητες (φάρες - πατριές). Με τον καιρό πολλοί απ΄ αυτούς κατέβηκαν στον κάμπο και έγιναν γεωργοί ή ξενοδούλευαν στα φέουδα των βυζαντινών και άλλων αρχόντων τής Θεσσαλίας.
Η παλαιότερη μαρτυρία για κάθοδο Αλβανών στη Θεσσαλία είναι μια επιστολή τού Μαρίνου Σανούδου, που γράφτηκε το 1325 και στην οποία γίνεται λόγος για τους Αλβανούς, που εκτόπισαν τους Βλάχους από τη Θεσσαλία. Άλλη μαρτυρία είναι έγγραφο τού δυνάστη τού Φαναρίου (Θεσσαλίας) με χρονολογία 1342. Από τα όσα γράφει ο Κατακουζηνός, βγαίνει, πως οι πρώτοι Αλβανοί, που εγκαταστάθηκαν στα θεσσαλικά βουνά, ήρθαν γύρω στο 1315. (Βλ. Ιωάν. Χρ. Πούλου: «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κορινθίαν», σελ. 14).
Μέσα σε 30 χρόνια οι Αλβανοί, που κατέβηκαν κι εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία, όχι μόνο πλήθαιναν πολύ, αλλά και με την εργατικότητά, τους, έγιναν περιζήτητοι. Ήταν λιτοδίαιτοι και χωρίς αξιώσεις μισθών. Γι΄ αυτό πρόσφεραν σχεδόν δωρεάν την εργασία τους στα αφεντικά - τσιφλικάδες.
Στη Θεσσαλία, στα χρόνια αυτά οι Βλάχοι αποτελούσαν την πλειοψηφία τού πληθυσμού. Όμως, όταν οι Αλβανοί πλήθαιναν, άρχισαν να εκτοπίζουν από το θεσσαλικό κάμπο τους Βλάχους. Ακόμα πρέπει να έχουμε υπ΄ όψη, πως οι Βενετσάνοι, που κατείχαν τότε τον Πτελεό (Φτελιό) στη νοτιοανατολική μεριά τής Θεσσαλίας, έμειναν ευχαριστημένοι από την αλβανική μετανάστευση, γιατί οι Άλβανοί χρησίμευαν και σαν φύλακες τής ανατολικής Θεσσαλίας από τις επιδρομές των Καταλανών, που ήταν εγκατεστημένοι στα Σάλωνα (Άμφισσα). [«Πλην δε των ποικίλων τούτων μνηστήρων τής κληρονομίας των Αγγέλων (τής Ηπείρου) εναφανίσθησαν τότε το πρώτον εν τη πεδιαδη τής Θεσσαλίας και μεγάλα πλήθη Αλβανών μεταναστών, αποτελεσάντων νέον και ακμαίον στοιχείον τού πληθυσμού αυτής. Οι Αλβανοί εδήουν άπασαν την ύπαιθρον χώραν και επειδή έφερον μεθ΄ εαυτών τας γυναίκας, ο αριθμός αυτών ηυξήθη ταχέως και ήρχισαν αντικαθιστάνοντες τους Βλάχους, οίτινες μέχρι εκείνου τού χρόνου απετέλουν το μέγιστον πλήθος των εγκατοίκων τής Θεσσαλίας, ήτις εξ αυτών είχε ονομασθεί Μεγαλοβλαχία. Οι δε Βενετοί (τού Πτελεού), εφρόνουν, ότι η αλβανική αύτη μετανάστευσις παρείχε το μέγα κέρδος, ότι δι΄ αυτής απησχολούντο οι Καταλάνιοι ούτως, ώστε να ηυκαίρουν να επιτίθενται κατά των γειτόνων των.» Μίλλερ - Λάμπρου: «Η Φραγκοκρατία εν Ελλάδι», τ. Α΄, 354.]
Τόσο από τους Βλάχους, όσο κι από τους Αρβανίτες διακρίνονται οι Καραγκούνηδες τής Θεσσαλίας, των οποίων η γλώσσα περιέχει Λατινικά, Ρουμάνικα και Αρβανίτικα στοιχεία. Από παλαιότερα υπήρχε έντονο Αλβανικό στοιχείο στη Δακία (στη σημερινή Ρουμανία περίπου), οι οποίοι παλινόστησαν κι ύστερα προωθήθηκαν προς τη Θεσσαλία. Αυτή η φυλή, που αποτελεί επιμιξία Αλβανών και Ρουμάνων, είναι πιθανώς οι Καραγκούνηδες. Οι Αλβανορουμάνοι είναι επίσης γνωστοί και ως Αρβανιτόβλαχοι.
Οι Βενετοί έφεραν πολλούς Αλβανούς στην Εύβοια, που ορισμένα σημεία της είχαν ερημώσει από την πανώλη. Παραχώρησαν σ΄ αυτούς χέρσες εκτάσεις να καλλιεργούν με τον όρο να διατηρούν αλόγα και να κατατάσσονται οι νέοι απ΄ αυτούς στο στρατό και να φυλάνε την Εύβοια από τους ληστοπειρατές και άλλους εχθρούς. Το 1363 (8 Ιουνίου) η βενετική Γερουσία διαπιστώνει, ότι «το Νεγρεπόντε (η πόλη) και ολόκληρο το νησί (τής Εύβοιας) έχουν εποικισθεί και τα εισοδήματα από τους φόρους είναι πολύ αυξημένα»· (βλ. Thiriet, Regestes, I, σελ. 105, αρ. 408). Από την Εύβοια οι Αλβανοί μετανάστευσαν στην Άνδρο και σ΄ αλλά νησιά.
Σ΄ όλη λοιπόν την Ελλάδα, από στόμα σε στόμα, διαδόθηκε πως οι Αλβανοί, που φημίζονταν ως καλοί στρατιώτες - πολεμιστές, ήταν καί καλοί καλλιεργητές. Γι΄ αυτό άρχισαν από παντού οι φεουδάρχες να καλούν Αλβανούς καλλιεργητές στα κτήματά τους.
Μιά μαρτυρία ενός Γάλλου γιατρού τής εποχής: «Στην Αράχωβα κατοικούν Έλληνες κι Αρβανίτες μ΄ ένα Τούρκο σούμπαση.» (Spon, περιοδείες 1674-1676).
Οι Αλβανοί σε Πελοπόννησο και Αργοσαρωνικό
Το 1397 60.000 Τούρκοι υπό τον Εγιούπ-Πασά, κατά τους σύγχρονους χρονογράφους, επέδραμαν στην «παλαιάν και ονομαστήν πόλιν τού Άργους πολεμήσαντες έλαβον και υπέρ τας τριάκοντα χιλιάδας αιχμαλώτους λαβόντες εν τη Ασία αποίκους εποίησαν και τα τείχη αυτής χαλάσαντες έρημον κατέλιπον.» Μετά την αποχώρηση των Τούρκων εισέρρευσε πλήθος Αλβανών στον σχεδόν έρημο τόπο, οι οποίοι και την μητρική τους γλώσσα μετέδωσαν και τις πλείστες θέσεις και χωριά μετονόμασαν με τα επώνυμα των προκριτέρων Αλβανικών οικογενειών, τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι την πρόσφατη αλλαγή των περισσοτέρων από το σύγχρονο εθνικό ελληνικό κράτος.
Τον καιρό, που κυβερνούσε το Βυζάντιο ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο δεσπότης τού Μυστρά, Μανουήλ Καντακουζηνός, εξ αιτίας, που στην Πελοπόννησο είχε αραιωθεί πολύ ο αγροτικός πληθυσμός από τις επιδρομές των Φράγκων και Τούρκων και σε πολλές περιοχές τα χωράφια και αμπέλια έμειναν ακαλλιέργητα, έστειλε απεσταλμένους στην Αλβανία και κάλεσε 10.000 χιλιάδες Αλβανούς, που ήρθαν με τις οικογένειές τους και εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο. Ίδρυσαν χωριστούς συνοικισμούς και δούλευαν στα κτήματα των φεουδαρχών για ένα κομμάτι ψωμί.
Ύστερα από μερικά χρόνια, όταν δεσπότης τού Μυστρά ήταν ο Θεόδωρος Α΄ (ο γιος τού αυτοκράτορα τού Βυζαντίου Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου), ο Θεόδωρος κάλεσε αλλες 10.000 αλβανικές οικογένειες και τις εγκατέστησε στις διάφορες περιοχές τού Δεσποτάτου. (Βλ. Ε. Legrand, «Lettres de l΄empereur Manuel Paleologue», Paris, 1893, σελ. 40-41).
Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος, στον επιτάφιο προς τον αυτάδελφό του Θεόδωρο Παλαιολόγο, μας δίνει αξιοπρόσεκτες πληροφορίες για την μετοίκηση χιλιάδων Αλβανών στην Πελοπόννησο: «Αλλά και Ιλλυριοί περί μυριάδα αθρόοι μετοικήσαντες άμα παισί και γυναιξί και θρέμμασι τον Ισθμόν κατέλαβον αυτού δε πηξάμενοι τας σκηνάς και τας κλισίας εκτείναντες αυτοί καθ΄ εαυτούς ήσαν άγγελοι. Ούτως εξαίφνης παρεγένοντο· είτα μηδόλως μελλήσαντες πρεσβείαν πάνυ λαμπράν προς όν αφικνούντο πέμψαντες επυθάνοντο τίποτ΄ αν είη το δοκούν εκείνω περί αυτού, και εισιέναι και μείναι και άπερ άν όδε γνοίη πράττειν αυτούς. Ο δε δέχεται τους πρέσβεις ασμένως και καλώς παρ΄ εαυτόν τους εξηγουμένους των άλλων και φιλοφρονησάμενος αυτούς παραγεγονότας δεξιώς άγαν και τής εμφύτου γεύσας γλυκύτητος επισπάται τας εαυτών γνώμας· μήτε δ΄ όμηρα λαβών μήτε εγγύας αιτήσας όρκοις ηρκέσθη τοις παρ΄ αυτών, καίπερ οι πλείους παρήνουν μηδαμώς αυτούς εόξασθαι το τε πλήθος δεδιότες και το έθεσιν ετέροις εκείνους ζην υποπτεύοντες αίτιον σκανδάλου γενήσεσθαι... Κτάται τοιγαρούν στρατιάν τοιαύτην ουκ άπειρον μεν τραυμάτων, αγαθήν δε τα πολέμια» (Λάμπρου: «Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά», τ. Β΄, σ. 41 - 42).
Από τα παραπάνω έχουμε επίσημη ομολογία, πως οι Αλβανοί στα χρόνια αυτά δεν ήρθαν σαν επιδρομείς, αλλά σαν σύμμαχοι. Προσκλήθηκαν από το δεσπότη τής Πελοποννήσου Θεόδωρο Παλαιολόγο και εγκαταστάθηκαν στις ρημαγμένες από τους Φράγκους και Καταλάνους περιοχές. Κι έτσι, εξόν που σαν κτηνοτρόφοι και γεωργοί πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, πολλοί απ΄ αυτούς υπηρέτησαν και ως μισθοφόροι τους Παλαιολόγους.
Αργότερα, οι Αρβανίτες τής Πελοποννήσου αντιτάχτηκαν στις εισβολές και επιδρομές των Τούρκων και όταν οι Τούρκοι αποφάσισαν να καταλάβουν την Πελοπόννησο, ήταν σχεδόν οι μόνοι, που αντιστάθηκαν και πολέμησαν.
Όταν διαλύθηκε το Δεσποτάτο τής Ηπείρου, ο Νικηφόρος Δούκας (απόγονος των Αγγέλων Κομνηνών), προσπάθησε να ξαναϊδρύσει το Δεσποτάτο, αλλά οι Αλβανοί το 1358 επιτέθηκαν, τον νίκησαν και ίδρυσαν δικό τους κράτος. Ηγεμόνας τού κράτους αυτού ήταν ο Γκίνης ή Ιωάννης Μπούας (Σπάτας), Αυτός κατέλυσε την Άρτα και την περιοχή της, καθώς και την Αιτωλοακαρνανία και έδιωξε τους Ανδευαγούς από την κεντρική Ελλάδα. Έτσι, ο Αλβανός πρίγκιπας, κατέχοντας τη Ναύπακτο, κρατούσε το ένα από τα κλειδιά τού Κορινθιακού κόλπου.
Την ίδια πάνω κάτω εποχή και ο βασιλιάς τής Αραγωνίας, που εξουσίαζε τα φραγκικά δουκάτα τής ανατολικής κεντρικής Ελλάδος, κάλεσε Αλβανούς και Έλληνες να ΄ρθουν και να εγκατασταθούν στην ανατολική Στερεά, γιατί και στην περιοχή αυτή ο αγροτικός πληθυσμός είχε αραιωθεί πολύ από τις καταπιέσεις, τα θανατικά, τις εισβολές των ξένων στρατών κ.λπ.. Υποσχέθηκε μάλιστα, πώς για δυό χρόνια θα είναι απαλλαγμένοι από τα καθιερωμένα δοσίματα (φόρους σε είδος ή χρήμα).
* * * Οι Αλβανοί επήλυδες, που ασκούσαν ποιμενικό βίο, επεκτάθηκαν στις πεδιάδες τής Ήλιδας, τής Αχαΐας και της Μεσσηνίας, γρήγορα όμως, βρέθηκαν στην ανάγκη να αναζητήσουν καταφύγιο κατά τις θερινές περιόδους σε δροσερότερα μέρη τής Πελοποννήσου κι ιδιαίτερα στην ορεινή Αρκαδία. Στα μέσα τού 15ου αιώνα οι Αλβανοί τής Πελοποννήσου διέθεταν ήδη πάνω από 30.000 άντρες των όπλων.
Ύστερα από διάφορα επεισόδια με τους Τούρκους, ορισμένοι Αλβανοί, φθίνοντος τού 15ου αιώνα, πέρασαν το Αραχναίο (άλλοι πήγαν στη Μάνη) και ξεχύθηκαν στην παραλία τής Ερμιονίδας και τής Τροιζήνας κι από εκεί πέρασαν στα κοντινά -έρημα λόγω των πειρατικών επιδρομών- νησιά, Ύδρα, Σπέτσες και Πόρο. Όλες αυτές οι αλβανικές οικογένειες είχαν ως μητρική γλώσσα την αλβανική, την οποία σχεδόν καθιέρωσαν στα νησιά αυτά, όπως μαρτυρούν εξ άλλου και τα τοπωνύμια, όπως π.χ. Πόρτο Χέλι (χέλι στα αλβανικά σημαίνει οβελός, σούβλα), αλλά και τα ανθρωπωνύμια, όπως Μπότασης (από τις αλβανικές λέξεις bote=άργιλος, χώμα και chi=βροχή).
Σε ένα τουρκικό κατάστιχο περιέχονται ποσοτικά δεδομένα για τον πληθυσμό τής Πελοποννήσου τον 15ο αιώνα, που μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μιά ιδέα για τους οικισμούς τής εποχής εκείνης, τουλάχιστον στη βορειοδυτική ζώνη τής Πελοποννήσου. Πρόκειται για ένα αναλυτικό κατάστιχο τιμαρίων (mufassal defter) τού 1461/1463, το οποίο αναφέρεται σ΄ ένα τμήμα τής σημερινής Αχαΐας και Ηλείας, μας δίνει δηλαδή μιά εικόνα τής περιοχής ακριβώς μετά την κατάκτηση τής χώρας από τους Τούρκους το 1460. Το κατάστιχο αυτό σώζεται στη βιβλιοθήκη «Κύριλλος και Μεθόδιος» τής Σόφιας. (Βλ. P. Assenova - R. Stojkov, Th. Kacori: «Prenoms, noms de famille et noms de localite dans le Nord-Ouest du Peloponnese vers la moitie du XVe siecle», Annuaire de l΄Universite de Sofia. Faculte des Philologies Slaves 68, αρ. 3, 1975, σελ. 213-297. Βλ. επίσης των ιδίων: «Oikonymes et anthroponymes du Peloponnese vers la moitie du XVe siecle», Actes du XVe Congres International des Sciences Onomatiques - Sofia, 1972- Ι, Sofia 1974, sel. 69-72).
Σύμφωνα με το παραπάνω κατάστιχο, οι Έλληνες τής περιοχής ήταν λιγότεροι από τους Αλβανούς: καταμετρούνται 1.742 ελληνικές οικογένειες και 1.836 αλβανικές. Περισσότερα στοιχεία μπορείτε να βρειτε στο βιβλίο τού Βασίλη Παναγιωτόπουλου: «Πληθυσμός και οικισμοί τής Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», (έκδ. Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική Τράπεζα τής Ελλάδος, Αθήνα, 1987), απ΄ όπου προέρχονται και οι πιο πάνω συγκεντρωτικοί πίνακες.
Αναλυτικά στοιχεία για όλα τα χωριά τής ΒΔ Πελοποννήσου μπορείτε να δείτε στο Παράρτημα “Α” (κάντε κλίκ εδώ). Στη στήλη (γ) σημειώνονται με το γράμμα Ε τα ελληνικά και με το γράμμα Α τα αλβανικά χωριά. (Για την περιοχή τής Αχαΐας για παράδειγμα, το ποσοστό των οικισμών με αρβανίτικο όνομα είναι 74,5%).
Τέλος Α΄ μέρους άρθρου.
Διαβάστε το Β΄ μέρος τού άρθρου κάνοντας κλικ εδώ.
Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010
Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010
ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ
Από δημοσίευμα στην εφημερίδα Ο ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ στίς 28-10-2010
Αφιέρωμα στους πολεμιστές της Κομοτηνής
70 χρόνια από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο
του Βασίλη Ριτζαλέου*
Ο Ιωάννης Βάρσος (γεν. Αθήνα 1913), απόφοιτος του Παντείου Πανεπιστημίου και έφεδρος αξιωματικός του ελληνικού στρατού, υπηρέτησε στο τρίτο τάγμα του 29ου Συντάγματος Πεζικού Κομοτηνής στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-1941). Εκτελώντας χρέη λοχαγού, κρατούσε καθημερινά το πολεμικό ημερολόγιο του τάγματος και φρόντισε για τη φύλαξή του στην Αθήνα μετά τον πόλεμο. Μαζί με άλλα έγγραφα και φωτογραφίες το ημερολόγιο αποτελεί μοναδική πηγή ιστορίας που απόκειται σε μορφή ψηφιακού αντίγραφου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Κομοτηνή.
Σύμφωνα με το πολεμικό ημερολόγιο, η συνολική δύναμη του τρίτου τάγματος του 29ου Συντάγματος Πεζικού ήταν 27 αξιωματικοί και 971 οπλίτες. Από την ονομαστική κατάταξη περίπου 100 αξιωματικών και οπλιτών (αφορά ένα από τα πέντε τμήματα του τάγματος), τα 2/3 των ανδρών κατάγονταν από την περιοχή της Ροδόπης και το 1/3 από άλλα μέρη της Ελλάδας (κυρίως από το Ρέθυμνο της Κρήτης). Στη δύναμη αυτή πολέμησαν Χριστιανοί (μεταξύ αυτών και Αρμένιοι), Μουσουλμάνοι και Εβραίοι έμποροι, εργάτες, γεωργοί και επαγγελματίες από την πόλη της Κομοτηνής και τα χωριά Αμβροσία, Αρίσβη, Ασκητές, Ασώματοι, Βυρσίνη, Θρυλόριο, Ίασμος, Καλλιθέα, Κίζαρι, Κρωβύλη, Λοφάριο, Μαρώνεια, Νέο Καβακλή, Νέα Καλλίστη, Παραδημή, Πόρπη, Προσκυνητές, Πρωτάτο, Σάπες, Σμιγάδα, Φανάρι και Χαμηλό.
Η αναχώρηση του τάγματος έγινε με ακμαίο ηθικό και καλό καιρό στις 6.30 το απόγευμα στις 18 Νοεμβρίου 1940. Πρώτος προορισμός το Αμύνταιο της Φλώρινας. Υπήρξε και ένα απρόοπτο στη διαδρομή καθώς το πρώτο τρένο συγκρούστηκε με άλλο χωρίς θύματα. Τέσσερις ημέρες αργότερα πατούσαν σε Αλβανικό έδαφος διανύοντας πορεία 21 χιλιομέτρων και κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες. Για δέκα περίπου ημέρες, μετακινούνταν συνεχώς σε διάφορα υψώματα κοντά στα αλβανογιουγκοσλαβικά σύνορα. Στις 3 Δεκεμβρίου οι άνδρες του δέχτηκαν την πρώτη επίθεση από το ιταλικό πυροβολικό. Ο Βάρσος γράφει στο ημερολόγιο της μονάδας: «Το Τάγμα μας λάμβανε το πρώτον βάπτισμα του πυρός. Επί ώραν εσυνεχίζετο η εχθρική βολή, χωρίς ουδεμίαν απώλειαν, ούτε τραυματισμόν. Ουδεμία μείωσις του ηθικού των ανδρών». Πρέπει να υπογραμμιστεί πως ο ελληνικός στρατός αγωνιζόταν εναντίον μιας αληθινής πολεμικής μηχανής, με ανώτερο στρατιωτικό εξοπλισμό, άφθονο πολεμικό υλικό, πιο οργανωμένες υγειονομικές υπηρεσίες, καλύτερη σίτιση και υποστήριξη από πολεμική αεροπορία.
Τις επόμενες ημέρες, άλλοτε με βροχή και άλλοτε με πυκνή χιονόπτωση, το τρίτο τάγμα του 29ου Συντάγματος Πεζικού έλαβε μέρος στις επιθέσεις του ελληνικού στρατού για την κατάληψη των υψωμάτων Φίλιππος και Μακεδονία (Πόγραδετς) και του τραπεζοειδούς (Καλυβάτσι-Πόγραδετς) από τις 5 μέχρι και 9 Δεκεμβρίου 1940. Την πρώτη ημέρα των μαχών, το τάγμα είχε τους πρώτους πέντε νεκρούς στο 10ο λόχο: τον λοχία Στ. Κωνσταντίνου και τον στρατιώτη Γιουσούφ Ογλού Οσμάν από την Κομοτηνή, τον στρ. Ευάγγελο Ματσούδη από τον Ίασμο, τον στρ. Κλ. Μανούσο από τα Ανώγεια Ρεθύμνου και τον στρ. Χρ. Νετσκέμη από το χωριό Πεντάλοφος Σουφλίου. Άλλοι 2 δηλώθηκαν ως εξαφανισθέντες και 29 άνδρες τραυματίστηκαν. Οι απώλειες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες χωρίς να κάμψουν το ηθικό των στρατιωτών.
Ενώ οι συγκρούσεις μεταξύ των Ιταλών και των Ελλήνων συνεχίζονταν με σφοδρότητα στην περιοχή για ημέρες, οι άνδρες του τρίτου τάγματος έλαβαν θέσεις προφυλακής μάχης. Από τις 13 Δεκεμβρίου εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα «παγοπληξίας» τα οποία αυξήθηκαν τις επόμενες ημέρες εξαιτίας των καιρικών συνθηκών. Είχε φτάσει η ώρα της ανασύνταξης και της ξεκούρασης για τους γενναίους. Στις 19 Δεκεμβρίου, ύστερα από δύο εβδομάδες φονικών συγκρούσεων, οι άνδρες από την Κομοτηνή αναχωρούσαν για την «Πόσνιτσα». Το επόμενο χρονικό διάστημα (περίπου επτά εβδομάδες), το τάγμα οργάνωσε κέντρο αντιστάσεως και δόθηκε ευκαιρία για την εκπαίδευση κυρίως των νεοαφιχθέντων οπλιτών οι οποίοι δεν είχαν την εμπειρία των σκληρών μαχών.
Αυτό το διάστημα ο Βάρσος αλληλογραφούσε με την οικογένεια και τους φίλους του. Διασώθηκαν μόνο κάποιες επιστολές φίλων και συγγενών του, ενώ τα δικά του γράμματα προς τους γονείς του δεν βρέθηκαν στο Αρχείο του. Στις επιστολές των φίλων του κυριαρχεί ο πατριωτισμός, η συγκίνηση και η αγωνία για τη ζωή του, ενώ δεν λείπει και το χιούμορ. Ο Μάριος υπηρετούσε ως οδηγός αυτοκινήτου σε μονάδα εντός του Αλβανικού εδάφους και γράφει στον Βάρσο την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1940: «Αγαπητέ μου Γιάννη, Περνώ καλούτσικα. Κρύο εδώ μπόλικο. Χιόνι άφθονο. Μας επετέθη ένα αεροπλάνο. Κατέβηκε στα 40-50 μέτρα και μας πολυβόλησε. Δεν μας έκανε απολύτως τίποτα. Εγώ πάτησα τη μηχανή και τράβαγα ολοταχώς. Μόνο από την ταχύτητα και τη σχετική ταραχή μου έπεσα σ’ ένα λάκ[κ]ο και έσπασα το σιλανσιέ. Ψιλοπράματα…Τώρα κάνει σαν βομβαρδιστικό αεροπλάνο! Φαντάζομαι να μου φυλάξης κανένα λάφυρο για ανάμνηση. Εγώ σου φύλαξα μια αμυντική χειροβομβίδα για ταμπακιέρα!».
Από τις 11 Φεβρουαρίου 1941 και μέχρι το τέλος του μήνα, το τάγμα άλλαζε συνεχώς θέσεις με νυχτερινή πορεία αρκετών χιλιομέτρων και νοτιοδυτική κατεύθυνση, συχνά κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες και σε δύσβατο έδαφος. Στις 28 του μήνα, οι άνδρες του δέχτηκαν τα πρώτα αραιά πυρά του ιταλικού πυροβολικού. Τις επόμενες ημέρες, και σε υψόμετρο άνω των 1.000 μέτρων, αυτά τα νέα παιδιά από την πεδιάδα και τα ορεινά χωριά της Ροδόπης, τα Ανώγεια της Κρήτης και άλλες περιοχές ρίχτηκαν ξανά σε μια πολυήμερη αιματηρή σύγκρουση που έφερε λαμπρές νίκες για τους Έλληνες: κατέλαβαν τη στενωπό Κλεισούρας-Τεπελενίου στις 2 Μαρτίου και το χωριό Μετζικοράνη και την περιοχή του στις 7 Μαρτίου. Η πλέον αιματηρή ημέρα ήταν η 10η Μαρτίου 1941, όταν σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν 134 αξιωματικοί και οπλίτες και άλλοι 8 ήταν αγνοούμενοι κατά την επίθεση για την κατάληψη του υψοδείκτη 1.623. Μπορούμε να υποθέσουμε πως αυτή η στιγμή ήταν η χειρότερη για τους άντρες του τάγματος από την έναρξη του πολέμου. Ωστόσο, από την επομένη και μέχρι τις 20 Μαρτίου, κατάφεραν να ανασυνταχτούν και να αντισταθούν στις συνεχείς αντεπιθέσεις των ιταλικών δυνάμεων.
Ύστερα από τη διακοπή των εχθροπραξιών για μερικές ημέρες, το τάγμα δέχτηκε ξανά ιταλικές επιθέσεις στις 6 Απριλίου και τις επόμενες ημέρες. Πρέπει να υπογραμμιστεί πως οι επιθέσεις σημειώνονταν ταυτόχρονα με τη γερμανική επίθεση στη γραμμή των Οχυρών στη βόρεια Ελλάδα. Στις 14 Απριλίου το τάγμα έχασε πέντε άνδρες οι οποίοι ήταν μάλλον και η τελευταία απώλεια για τη δύναμή του στο πεδίο της μάχης. Την ίδια ημέρα το τάγμα άρχισε ξανά πορείες ακολουθώντας το σύνταγμα ως οπισθοφυλακή. Η μετακίνηση οφείλονταν στην απόφαση της ηγεσίας να συμπτυχθούν οι ελληνικές δυνάμεις. Στο πολεμικό ημερολόγιο γίνεται για πρώτη φορά λόγος πως το ηθικό των ανδρών «δεν ευρίσκεται εις ευχάριστον σημείον». Η απόφαση της ηγεσίας για σύμπτυξη και υποχώρηση και οι πληροφορίες για την προέλαση των γερμανικών δυνάμεων στη Μακεδονία προκάλεσαν πικρία στους φιλότιμους στρατιώτες. Στις 25 Απριλίου ο αγώνας έλαβε και τυπικά τέλος με την απόθεση του οπλισμού των γενναίων. Τις επόμενες ημέρες, άλλοτε οργανωμένα και άλλοτε όχι, ξεκίνησε η επιστροφή των πολεμιστών στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Αυτούς τους πέντε μήνες, οι αξιωματικοί και οι οπλίτες του τρίτου τάγματος του 29ου συντάγματος πεζικού Κομοτηνής επέδειξαν γενναιότητα, πειθαρχία, φιλότιμο και συντροφικότητα.
Στις 6 Μαΐου 1941 το Σύνταγμα διαλύθηκε κατόπιν της διαταγής αρ. 113/4-5-1941. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ιωάννης Βάρσος έλαβε φύλλο πορείας για την Αθήνα την παραπάνω ημερομηνία. Για την προσφορά του στην πατρίδα τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ τάξεως και τον Αργυρό Σταυρό Τάγματος Γεωργίου του Α΄ μετά ξιφών (1948). Μετά τον πόλεμο εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος και έφτασε στο βαθμό του Επιθεωρητή. Πέθανε στα 69 του χρόνια το 1982.
Υ.Γ. Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Βασίλη Βάρσο, κάτοικο Αθηνών, για την παραχώρηση του πολεμικού ημερολογίου, εγγράφων και φωτογραφιών από το αρχείο του πατέρα του και ελπίζουμε πως η πράξη του θα βρει μιμητές στην Κομοτηνή.
* Ο Βασίλης Ριτζαλέος είναι εκπαιδευτικός-διδάκτορας Νεοτέρας ιστορίας του Α.Π.Θ.και εργάζεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Νομού Ροδόπης με έδρα την Κομοτηνή.
Αφιέρωμα στους πολεμιστές της Κομοτηνής
70 χρόνια από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο
του Βασίλη Ριτζαλέου*
Ο Ιωάννης Βάρσος (γεν. Αθήνα 1913), απόφοιτος του Παντείου Πανεπιστημίου και έφεδρος αξιωματικός του ελληνικού στρατού, υπηρέτησε στο τρίτο τάγμα του 29ου Συντάγματος Πεζικού Κομοτηνής στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου (1940-1941). Εκτελώντας χρέη λοχαγού, κρατούσε καθημερινά το πολεμικό ημερολόγιο του τάγματος και φρόντισε για τη φύλαξή του στην Αθήνα μετά τον πόλεμο. Μαζί με άλλα έγγραφα και φωτογραφίες το ημερολόγιο αποτελεί μοναδική πηγή ιστορίας που απόκειται σε μορφή ψηφιακού αντίγραφου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Κομοτηνή.
Σύμφωνα με το πολεμικό ημερολόγιο, η συνολική δύναμη του τρίτου τάγματος του 29ου Συντάγματος Πεζικού ήταν 27 αξιωματικοί και 971 οπλίτες. Από την ονομαστική κατάταξη περίπου 100 αξιωματικών και οπλιτών (αφορά ένα από τα πέντε τμήματα του τάγματος), τα 2/3 των ανδρών κατάγονταν από την περιοχή της Ροδόπης και το 1/3 από άλλα μέρη της Ελλάδας (κυρίως από το Ρέθυμνο της Κρήτης). Στη δύναμη αυτή πολέμησαν Χριστιανοί (μεταξύ αυτών και Αρμένιοι), Μουσουλμάνοι και Εβραίοι έμποροι, εργάτες, γεωργοί και επαγγελματίες από την πόλη της Κομοτηνής και τα χωριά Αμβροσία, Αρίσβη, Ασκητές, Ασώματοι, Βυρσίνη, Θρυλόριο, Ίασμος, Καλλιθέα, Κίζαρι, Κρωβύλη, Λοφάριο, Μαρώνεια, Νέο Καβακλή, Νέα Καλλίστη, Παραδημή, Πόρπη, Προσκυνητές, Πρωτάτο, Σάπες, Σμιγάδα, Φανάρι και Χαμηλό.
Η αναχώρηση του τάγματος έγινε με ακμαίο ηθικό και καλό καιρό στις 6.30 το απόγευμα στις 18 Νοεμβρίου 1940. Πρώτος προορισμός το Αμύνταιο της Φλώρινας. Υπήρξε και ένα απρόοπτο στη διαδρομή καθώς το πρώτο τρένο συγκρούστηκε με άλλο χωρίς θύματα. Τέσσερις ημέρες αργότερα πατούσαν σε Αλβανικό έδαφος διανύοντας πορεία 21 χιλιομέτρων και κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες. Για δέκα περίπου ημέρες, μετακινούνταν συνεχώς σε διάφορα υψώματα κοντά στα αλβανογιουγκοσλαβικά σύνορα. Στις 3 Δεκεμβρίου οι άνδρες του δέχτηκαν την πρώτη επίθεση από το ιταλικό πυροβολικό. Ο Βάρσος γράφει στο ημερολόγιο της μονάδας: «Το Τάγμα μας λάμβανε το πρώτον βάπτισμα του πυρός. Επί ώραν εσυνεχίζετο η εχθρική βολή, χωρίς ουδεμίαν απώλειαν, ούτε τραυματισμόν. Ουδεμία μείωσις του ηθικού των ανδρών». Πρέπει να υπογραμμιστεί πως ο ελληνικός στρατός αγωνιζόταν εναντίον μιας αληθινής πολεμικής μηχανής, με ανώτερο στρατιωτικό εξοπλισμό, άφθονο πολεμικό υλικό, πιο οργανωμένες υγειονομικές υπηρεσίες, καλύτερη σίτιση και υποστήριξη από πολεμική αεροπορία.
Τις επόμενες ημέρες, άλλοτε με βροχή και άλλοτε με πυκνή χιονόπτωση, το τρίτο τάγμα του 29ου Συντάγματος Πεζικού έλαβε μέρος στις επιθέσεις του ελληνικού στρατού για την κατάληψη των υψωμάτων Φίλιππος και Μακεδονία (Πόγραδετς) και του τραπεζοειδούς (Καλυβάτσι-Πόγραδετς) από τις 5 μέχρι και 9 Δεκεμβρίου 1940. Την πρώτη ημέρα των μαχών, το τάγμα είχε τους πρώτους πέντε νεκρούς στο 10ο λόχο: τον λοχία Στ. Κωνσταντίνου και τον στρατιώτη Γιουσούφ Ογλού Οσμάν από την Κομοτηνή, τον στρ. Ευάγγελο Ματσούδη από τον Ίασμο, τον στρ. Κλ. Μανούσο από τα Ανώγεια Ρεθύμνου και τον στρ. Χρ. Νετσκέμη από το χωριό Πεντάλοφος Σουφλίου. Άλλοι 2 δηλώθηκαν ως εξαφανισθέντες και 29 άνδρες τραυματίστηκαν. Οι απώλειες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες χωρίς να κάμψουν το ηθικό των στρατιωτών.
Ενώ οι συγκρούσεις μεταξύ των Ιταλών και των Ελλήνων συνεχίζονταν με σφοδρότητα στην περιοχή για ημέρες, οι άνδρες του τρίτου τάγματος έλαβαν θέσεις προφυλακής μάχης. Από τις 13 Δεκεμβρίου εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα «παγοπληξίας» τα οποία αυξήθηκαν τις επόμενες ημέρες εξαιτίας των καιρικών συνθηκών. Είχε φτάσει η ώρα της ανασύνταξης και της ξεκούρασης για τους γενναίους. Στις 19 Δεκεμβρίου, ύστερα από δύο εβδομάδες φονικών συγκρούσεων, οι άνδρες από την Κομοτηνή αναχωρούσαν για την «Πόσνιτσα». Το επόμενο χρονικό διάστημα (περίπου επτά εβδομάδες), το τάγμα οργάνωσε κέντρο αντιστάσεως και δόθηκε ευκαιρία για την εκπαίδευση κυρίως των νεοαφιχθέντων οπλιτών οι οποίοι δεν είχαν την εμπειρία των σκληρών μαχών.
Αυτό το διάστημα ο Βάρσος αλληλογραφούσε με την οικογένεια και τους φίλους του. Διασώθηκαν μόνο κάποιες επιστολές φίλων και συγγενών του, ενώ τα δικά του γράμματα προς τους γονείς του δεν βρέθηκαν στο Αρχείο του. Στις επιστολές των φίλων του κυριαρχεί ο πατριωτισμός, η συγκίνηση και η αγωνία για τη ζωή του, ενώ δεν λείπει και το χιούμορ. Ο Μάριος υπηρετούσε ως οδηγός αυτοκινήτου σε μονάδα εντός του Αλβανικού εδάφους και γράφει στον Βάρσο την προπαραμονή των Χριστουγέννων του 1940: «Αγαπητέ μου Γιάννη, Περνώ καλούτσικα. Κρύο εδώ μπόλικο. Χιόνι άφθονο. Μας επετέθη ένα αεροπλάνο. Κατέβηκε στα 40-50 μέτρα και μας πολυβόλησε. Δεν μας έκανε απολύτως τίποτα. Εγώ πάτησα τη μηχανή και τράβαγα ολοταχώς. Μόνο από την ταχύτητα και τη σχετική ταραχή μου έπεσα σ’ ένα λάκ[κ]ο και έσπασα το σιλανσιέ. Ψιλοπράματα…Τώρα κάνει σαν βομβαρδιστικό αεροπλάνο! Φαντάζομαι να μου φυλάξης κανένα λάφυρο για ανάμνηση. Εγώ σου φύλαξα μια αμυντική χειροβομβίδα για ταμπακιέρα!».
Από τις 11 Φεβρουαρίου 1941 και μέχρι το τέλος του μήνα, το τάγμα άλλαζε συνεχώς θέσεις με νυχτερινή πορεία αρκετών χιλιομέτρων και νοτιοδυτική κατεύθυνση, συχνά κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες και σε δύσβατο έδαφος. Στις 28 του μήνα, οι άνδρες του δέχτηκαν τα πρώτα αραιά πυρά του ιταλικού πυροβολικού. Τις επόμενες ημέρες, και σε υψόμετρο άνω των 1.000 μέτρων, αυτά τα νέα παιδιά από την πεδιάδα και τα ορεινά χωριά της Ροδόπης, τα Ανώγεια της Κρήτης και άλλες περιοχές ρίχτηκαν ξανά σε μια πολυήμερη αιματηρή σύγκρουση που έφερε λαμπρές νίκες για τους Έλληνες: κατέλαβαν τη στενωπό Κλεισούρας-Τεπελενίου στις 2 Μαρτίου και το χωριό Μετζικοράνη και την περιοχή του στις 7 Μαρτίου. Η πλέον αιματηρή ημέρα ήταν η 10η Μαρτίου 1941, όταν σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν 134 αξιωματικοί και οπλίτες και άλλοι 8 ήταν αγνοούμενοι κατά την επίθεση για την κατάληψη του υψοδείκτη 1.623. Μπορούμε να υποθέσουμε πως αυτή η στιγμή ήταν η χειρότερη για τους άντρες του τάγματος από την έναρξη του πολέμου. Ωστόσο, από την επομένη και μέχρι τις 20 Μαρτίου, κατάφεραν να ανασυνταχτούν και να αντισταθούν στις συνεχείς αντεπιθέσεις των ιταλικών δυνάμεων.
Ύστερα από τη διακοπή των εχθροπραξιών για μερικές ημέρες, το τάγμα δέχτηκε ξανά ιταλικές επιθέσεις στις 6 Απριλίου και τις επόμενες ημέρες. Πρέπει να υπογραμμιστεί πως οι επιθέσεις σημειώνονταν ταυτόχρονα με τη γερμανική επίθεση στη γραμμή των Οχυρών στη βόρεια Ελλάδα. Στις 14 Απριλίου το τάγμα έχασε πέντε άνδρες οι οποίοι ήταν μάλλον και η τελευταία απώλεια για τη δύναμή του στο πεδίο της μάχης. Την ίδια ημέρα το τάγμα άρχισε ξανά πορείες ακολουθώντας το σύνταγμα ως οπισθοφυλακή. Η μετακίνηση οφείλονταν στην απόφαση της ηγεσίας να συμπτυχθούν οι ελληνικές δυνάμεις. Στο πολεμικό ημερολόγιο γίνεται για πρώτη φορά λόγος πως το ηθικό των ανδρών «δεν ευρίσκεται εις ευχάριστον σημείον». Η απόφαση της ηγεσίας για σύμπτυξη και υποχώρηση και οι πληροφορίες για την προέλαση των γερμανικών δυνάμεων στη Μακεδονία προκάλεσαν πικρία στους φιλότιμους στρατιώτες. Στις 25 Απριλίου ο αγώνας έλαβε και τυπικά τέλος με την απόθεση του οπλισμού των γενναίων. Τις επόμενες ημέρες, άλλοτε οργανωμένα και άλλοτε όχι, ξεκίνησε η επιστροφή των πολεμιστών στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Αυτούς τους πέντε μήνες, οι αξιωματικοί και οι οπλίτες του τρίτου τάγματος του 29ου συντάγματος πεζικού Κομοτηνής επέδειξαν γενναιότητα, πειθαρχία, φιλότιμο και συντροφικότητα.
Στις 6 Μαΐου 1941 το Σύνταγμα διαλύθηκε κατόπιν της διαταγής αρ. 113/4-5-1941. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ιωάννης Βάρσος έλαβε φύλλο πορείας για την Αθήνα την παραπάνω ημερομηνία. Για την προσφορά του στην πατρίδα τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ τάξεως και τον Αργυρό Σταυρό Τάγματος Γεωργίου του Α΄ μετά ξιφών (1948). Μετά τον πόλεμο εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος και έφτασε στο βαθμό του Επιθεωρητή. Πέθανε στα 69 του χρόνια το 1982.
Υ.Γ. Ευχαριστούμε θερμά τον κ. Βασίλη Βάρσο, κάτοικο Αθηνών, για την παραχώρηση του πολεμικού ημερολογίου, εγγράφων και φωτογραφιών από το αρχείο του πατέρα του και ελπίζουμε πως η πράξη του θα βρει μιμητές στην Κομοτηνή.
* Ο Βασίλης Ριτζαλέος είναι εκπαιδευτικός-διδάκτορας Νεοτέρας ιστορίας του Α.Π.Θ.και εργάζεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Νομού Ροδόπης με έδρα την Κομοτηνή.
Ο άντρας ο comptuteras
Τρίτη, 27 Μαΐου 2008
Παρακαλείται όποιος δεν διαθέτει αίσθηση του χιούμορ να ΜΗΝ διαβάσει το ακόλουθο κείμενο…lol (laughing out loud)
Η ιστορία που ακολουθεί είναι γραμμένη με καλή διάθεση …
Έχουμε λοιπόν ένα νέο ζευγάρι ας πούμε την Μαρία και τον ….
Η Μαρία είναι μια πολύ όμορφη κοπέλα (όχι δεν είμαι εγώ) αλλά άσχετη με τους υπολογιστές, ερωτεύεται όμως τον φίλο μας που είναι άσσος και ξέρει τα πάντα τόσο για τη χρήση όσο και για τον προγραμματισμό …Η ζωή τους κυλά όμορφα μέχρι που αρχίζει η συμβίωση …
-Μωρό μου που είναι τα cd’s που έφερε χθες ο Κώστας;
-Τι cd’s ;
-Κάτι σπασμένα παιχνίδια …
-Μα καλά αφού είναι σπασμένα τι τα θες και δεν τα πετάς;
. . . ακολουθεί η εξήγηση ότι σπασμένα είναι τα αντιγραμμένα παιχνίδια …
-Μα αγάπη μου είναι νόμιμο αυτό; …
… Η φίλη μας χαμογελά και σκέφτεται πως δεν πειράζει, θα παίξει λίγο το παιδί και το βράδυ θα έρθει στην αγκαλιά της …
Κατά τις 3 το πρωί λοιπόν αφού κουράστηκε να περιμένει πάει στον καλό της για να τον ρωτήσει τι κάνει τέτοια ώρα στο pc …. chatάρω μωρό μου μ’ ένα φίλο από την Αμερική … ξέρεις είναι πιο φτηνό από το τηλέφωνο …
-Τσατάρεις;
-Ναι κάνω chat … μιλάω πως το λένε …
-Αργείς; Γιατί νυστάζω …
-Σε λιγάκι έρχομαι, θέλω να κάνω και λίγο blogging πρώτα …
-Α αυτό το ξέρω …. Χαίρεται η Μαρία … είσαι blogger … τι ωραία ...! αλλά τι σημαίνει blog ;η Τίνα που είναι καθηγήτρια αγγλικών μου είπε ότι δεν υπάρχει τέτοια λέξη αγγλικά…
-Ναι καρδιά μου γιατί είναι νέα λέξη σύνθετη από το web και το log οκ;
-Καλά καλά μου τα εξηγείς άλλη ώρα … και τι σε ρωτά ο φίλος σου;
-Αν με το gimp μπορείς να σώσεις gifάκι..
-Ε; μένει η Μαρία … δηλαδή;
-Μωράκι μου δεν σου λέω για να μην μαθαίνεις…έλα έλα πλάκα σου κάνω. Της δίνει ένα φιλάκι και την στέλνει για ύπνο …
Αύριο είναι Κυριακή … δεν βιαζόμαστε σκέφτεται …
Την επόμενη μέρα που ξυπνά αργά το μεσημέρι … βρίσκει τη Μαρία να κάθεται στο pc !
-Αγαπούλα τι κάνεις στο pc ΜΟΥ; Αν θέλεις να surfaρεις να πάρεις δικό σου pc!
-Κάνω chat απαντά χαρούμενη! Όπως μου έδειξες. Το msn είναι εύκολο! …και το pc ανοιχτό … Η Natasha σου είπε καλημέρα και από ευγένεια της απάντησα, πολύ ευγενική κοπέλα!...
-Οκ αλλά τώρα πήγαινε να μου φτιάξεις ένα καφεδάκι! Ε μωρό μου; Θέλω να ελέγξω τα e-mail μου…
-Οκ του δίνει ένα φιλάκι και πάει στη κουζίνα …όταν τον ακούει να φωνάζει ξαφνικά…
‘’Γμτ με το fishing έλος πια με τα spam μα που την βρήκαν αυτή την διεύθυνση;…’’
-Ταραγμένη η Μαρία μπαίνει στο γραφείο, τον ιερό του χώρο, το άβατο της πληροφορικής και τον ρωτά… τι έγινε καλέ μου πήγαν οι φίλοι σου για ψάρεμα και δεν σου είπαν;
Μην σπάσεις τίποτα σε παρακαλώ !
Τι να της εξηγήσει τώρα … Ας το καλή μου ….απαντά … και συνεχίζει, θα έρθει ένας παλιός συμμαθητής μου το απόγευμα δεν σε πειράζει ε;
-Ποιος;
-Δεν τον ξέρεις, είχαμε χαθεί και βρεθήκαμε στο facebook !!!
Η Μαρία τον κοιτά σοβαρά και του λέει: ‘’Πες μου σε παρακαλώ ότι δεν είσαι hacker!’’
-Μωράκι μου ένας απλός προγραμματιστής είμαι, κώδικα html γράφω και ετοιμάζω ένα java προγραμματάκι στο ΒlueJ...
Η Μαρία είχε πια παραιτηθεί …δεν καταλάβαινε τίποτα…
Το απόγευμα ο παλιός συμμαθητής έφτασε κουβαλώντας μαζί ένα μεγάλο κουτί
Το έφερα το εργαλείο θα καταφέρουμε να chipaρουμε το play station μεγάλε;
-Βεβαίως!
Η συζήτηση κυλά ήσυχα αλλά η Μαρία δεν μπορεί να συμμετέχει ….
-Έκανες overclocking και έκαψες τον επεξεργαστή; Έπρεπε να βάλλεις υδρόψυξη ρε φίλε !Αχ εσείς οι χρήστες!…
Αποχωρεί στην κουζίνα της … όταν ακούει ‘’Εσύ είσαι που γράφεις τα σεντόνια στο blog;’’ … πιάνοντας μόνο την λέξη ‘’σεντόνια’’ μπαίνει μέσα και σχολιάζει …. Είδες που ο φίλος σου βοηθά τη γυναίκα του και απλώνει τα σεντόνια!...
**********
Ο καιρός κυλά και η Μαρία δεν αντέχει ούτε να το βλέπει αυτό το μηχάνημα…
Ο καλός της περνά όλο και περισσότερες ώρες μπροστά στον υπολογιστή του, και δεν της δίνει πια την σημασία που θα ήθελε …
Κάποια μέρα μπροστά στον αγαπημένο της, γυρνά και λέει σε μια φίλη της … :έτσι μου έρχεται να το σπάσω καμιά ώρα ‘’ κι εκείνος της απαντά γλυκά, ναι μωρό μου γιατί χρειάζομαι αναβάθμιση …’’
**********************************
***********************
**************
Υ.Σ. Αν νομίζετε ότι είμαι υπερβολική, θα σας πω απλά ότι έχω ακούσει το 90% από τις ατάκες αυτές … κι αν ήμουν η Μαρία … θα έμενα μαζί του, γιατί προτιμώ το ψηφιακό κέρατο από το κανονικό, γιατί συνήθως ο άντρας ο computeras έχει γκόμενα το pc. Γιατί κατά βάθος είναι καλό παιδί …
Αν ήμουν η Μαρία … θα γινόμουν η Μαρία που είμαι τώρα … Που γυρνάει και ρωτάει; Τι προτιμάς τα adventure ή τα strategy, το blogging ή το chating; Να surfάρεις ή να postάρεις; Που όταν ένας φίλος computeras με συστήνει σε φίλο του γυρνάει και λέει … ‘’δικιά μας είναι’’
**********
Αφιερωμένο στον αδερφό μου και σε όλους τους computerades φίλους μου … που δεν είναι και λίγοι …
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Αρίστη τη δική μου Beta Tester …
Και σε όσου το διαβάσουν για την κατανόηση τους …
Αναρτήθηκε από Μαρια στις 2:53 π.μ.
Παρακαλείται όποιος δεν διαθέτει αίσθηση του χιούμορ να ΜΗΝ διαβάσει το ακόλουθο κείμενο…lol (laughing out loud)
Η ιστορία που ακολουθεί είναι γραμμένη με καλή διάθεση …
Έχουμε λοιπόν ένα νέο ζευγάρι ας πούμε την Μαρία και τον ….
Η Μαρία είναι μια πολύ όμορφη κοπέλα (όχι δεν είμαι εγώ) αλλά άσχετη με τους υπολογιστές, ερωτεύεται όμως τον φίλο μας που είναι άσσος και ξέρει τα πάντα τόσο για τη χρήση όσο και για τον προγραμματισμό …Η ζωή τους κυλά όμορφα μέχρι που αρχίζει η συμβίωση …
-Μωρό μου που είναι τα cd’s που έφερε χθες ο Κώστας;
-Τι cd’s ;
-Κάτι σπασμένα παιχνίδια …
-Μα καλά αφού είναι σπασμένα τι τα θες και δεν τα πετάς;
. . . ακολουθεί η εξήγηση ότι σπασμένα είναι τα αντιγραμμένα παιχνίδια …
-Μα αγάπη μου είναι νόμιμο αυτό; …
… Η φίλη μας χαμογελά και σκέφτεται πως δεν πειράζει, θα παίξει λίγο το παιδί και το βράδυ θα έρθει στην αγκαλιά της …
Κατά τις 3 το πρωί λοιπόν αφού κουράστηκε να περιμένει πάει στον καλό της για να τον ρωτήσει τι κάνει τέτοια ώρα στο pc …. chatάρω μωρό μου μ’ ένα φίλο από την Αμερική … ξέρεις είναι πιο φτηνό από το τηλέφωνο …
-Τσατάρεις;
-Ναι κάνω chat … μιλάω πως το λένε …
-Αργείς; Γιατί νυστάζω …
-Σε λιγάκι έρχομαι, θέλω να κάνω και λίγο blogging πρώτα …
-Α αυτό το ξέρω …. Χαίρεται η Μαρία … είσαι blogger … τι ωραία ...! αλλά τι σημαίνει blog ;η Τίνα που είναι καθηγήτρια αγγλικών μου είπε ότι δεν υπάρχει τέτοια λέξη αγγλικά…
-Ναι καρδιά μου γιατί είναι νέα λέξη σύνθετη από το web και το log οκ;
-Καλά καλά μου τα εξηγείς άλλη ώρα … και τι σε ρωτά ο φίλος σου;
-Αν με το gimp μπορείς να σώσεις gifάκι..
-Ε; μένει η Μαρία … δηλαδή;
-Μωράκι μου δεν σου λέω για να μην μαθαίνεις…έλα έλα πλάκα σου κάνω. Της δίνει ένα φιλάκι και την στέλνει για ύπνο …
Αύριο είναι Κυριακή … δεν βιαζόμαστε σκέφτεται …
Την επόμενη μέρα που ξυπνά αργά το μεσημέρι … βρίσκει τη Μαρία να κάθεται στο pc !
-Αγαπούλα τι κάνεις στο pc ΜΟΥ; Αν θέλεις να surfaρεις να πάρεις δικό σου pc!
-Κάνω chat απαντά χαρούμενη! Όπως μου έδειξες. Το msn είναι εύκολο! …και το pc ανοιχτό … Η Natasha σου είπε καλημέρα και από ευγένεια της απάντησα, πολύ ευγενική κοπέλα!...
-Οκ αλλά τώρα πήγαινε να μου φτιάξεις ένα καφεδάκι! Ε μωρό μου; Θέλω να ελέγξω τα e-mail μου…
-Οκ του δίνει ένα φιλάκι και πάει στη κουζίνα …όταν τον ακούει να φωνάζει ξαφνικά…
‘’Γμτ με το fishing έλος πια με τα spam μα που την βρήκαν αυτή την διεύθυνση;…’’
-Ταραγμένη η Μαρία μπαίνει στο γραφείο, τον ιερό του χώρο, το άβατο της πληροφορικής και τον ρωτά… τι έγινε καλέ μου πήγαν οι φίλοι σου για ψάρεμα και δεν σου είπαν;
Μην σπάσεις τίποτα σε παρακαλώ !
Τι να της εξηγήσει τώρα … Ας το καλή μου ….απαντά … και συνεχίζει, θα έρθει ένας παλιός συμμαθητής μου το απόγευμα δεν σε πειράζει ε;
-Ποιος;
-Δεν τον ξέρεις, είχαμε χαθεί και βρεθήκαμε στο facebook !!!
Η Μαρία τον κοιτά σοβαρά και του λέει: ‘’Πες μου σε παρακαλώ ότι δεν είσαι hacker!’’
-Μωράκι μου ένας απλός προγραμματιστής είμαι, κώδικα html γράφω και ετοιμάζω ένα java προγραμματάκι στο ΒlueJ...
Η Μαρία είχε πια παραιτηθεί …δεν καταλάβαινε τίποτα…
Το απόγευμα ο παλιός συμμαθητής έφτασε κουβαλώντας μαζί ένα μεγάλο κουτί
Το έφερα το εργαλείο θα καταφέρουμε να chipaρουμε το play station μεγάλε;
-Βεβαίως!
Η συζήτηση κυλά ήσυχα αλλά η Μαρία δεν μπορεί να συμμετέχει ….
-Έκανες overclocking και έκαψες τον επεξεργαστή; Έπρεπε να βάλλεις υδρόψυξη ρε φίλε !Αχ εσείς οι χρήστες!…
Αποχωρεί στην κουζίνα της … όταν ακούει ‘’Εσύ είσαι που γράφεις τα σεντόνια στο blog;’’ … πιάνοντας μόνο την λέξη ‘’σεντόνια’’ μπαίνει μέσα και σχολιάζει …. Είδες που ο φίλος σου βοηθά τη γυναίκα του και απλώνει τα σεντόνια!...
**********
Ο καιρός κυλά και η Μαρία δεν αντέχει ούτε να το βλέπει αυτό το μηχάνημα…
Ο καλός της περνά όλο και περισσότερες ώρες μπροστά στον υπολογιστή του, και δεν της δίνει πια την σημασία που θα ήθελε …
Κάποια μέρα μπροστά στον αγαπημένο της, γυρνά και λέει σε μια φίλη της … :έτσι μου έρχεται να το σπάσω καμιά ώρα ‘’ κι εκείνος της απαντά γλυκά, ναι μωρό μου γιατί χρειάζομαι αναβάθμιση …’’
**********************************
***********************
**************
Υ.Σ. Αν νομίζετε ότι είμαι υπερβολική, θα σας πω απλά ότι έχω ακούσει το 90% από τις ατάκες αυτές … κι αν ήμουν η Μαρία … θα έμενα μαζί του, γιατί προτιμώ το ψηφιακό κέρατο από το κανονικό, γιατί συνήθως ο άντρας ο computeras έχει γκόμενα το pc. Γιατί κατά βάθος είναι καλό παιδί …
Αν ήμουν η Μαρία … θα γινόμουν η Μαρία που είμαι τώρα … Που γυρνάει και ρωτάει; Τι προτιμάς τα adventure ή τα strategy, το blogging ή το chating; Να surfάρεις ή να postάρεις; Που όταν ένας φίλος computeras με συστήνει σε φίλο του γυρνάει και λέει … ‘’δικιά μας είναι’’
**********
Αφιερωμένο στον αδερφό μου και σε όλους τους computerades φίλους μου … που δεν είναι και λίγοι …
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Αρίστη τη δική μου Beta Tester …
Και σε όσου το διαβάσουν για την κατανόηση τους …
Αναρτήθηκε από Μαρια στις 2:53 π.μ.
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010
tromaktiko: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ & Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ
tromaktiko: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ & Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ: "Τι γλώσσα μου έδωσαν; Eλληνική; Hellenic Quest λέγεται ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικής εκμάθησης της Ελληνικής που το CNN άρχισε να διανέμει πα..."
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
